ΤΟ ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΚΛΗΣΗΣ

από 41,65 €

Έως 90,65 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 16.65€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 41,65 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21088
Γραμμένος Α.
Ζαχαριάδης Α.
  • Έκδοση: 2η 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 408
  • ISBN: 978-618-08-0495-9

Αντικείμενο της 2ης έκδοσης του βιβλίου «Το Κλητήριο Θέσπισμα και η Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης», ενημερωμένη μέχρι και τον Ν 5134/2024, αποτελεί αφενός το κλητήριο θέσπισμα, δηλαδή το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, διά της επίδοσης του οποίου συντελείται η απευθείας κλήση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, αφετέρου η προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης, που συνιστά τον τρόπο άμυνας του κατηγορουμένου κατά της απευθείας παραπομπής του στο ακροατήριο. Το κλητήριο θέσπισμα, το κομβικής σημασίας αυτό έγγραφο αποτελεί διαχρονικά πεδίο επιστημονικής αντιπαράθεσης στις ποινικές δίκες, αφορμή πλούσιας νομολογίας και παράγωγο ουσιωδών συνεπειών στον χώρο του δικονομικού και ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Από την άλλη μεριά συχνότατα, τόσο τη θεωρία όσο και τη νομολογία, έχουν απασχολήσει ζητήματα που αφορούν την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά της απευθείας παραπομπής του στο ακροατήριο. Για τον λόγο αυτό καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια να συμπεριληφθεί στο παρόν πόνημα η νομολογία τόσο των δικαστηρίων της ουσίας όσο και του Αρείου Πάγου, αλλά και οι σημαντικές απόψεις της επιστήμης για τα επίμαχα θέματα, με κύριο στόχο την υποβοήθηση του έργου των συλλειτουργών της δικαιοσύνης στην δύσβατη άλλα συνάμα γοητευτική πορεία προς την απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης. 

Σημαντική και απαραίτητη κρίθηκε η προσθήκη στο σύγγραμμα, ως νέου κεφαλαίου, της άμυνας του κατηγορουμένου έναντι του κλητηρίου θεσπίσματος, που δεν είναι άλλη από την «Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης», στοχεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την διευκόλυνση του  έργου τόσο αυτών που πρακτικά αναζητούν λύσεις στα ανακύπτοντα ζητήματα όσο και αυτών που θεωρητικά επιθυμούν να εντρυφήσουν πάνω στα θέματα του πονήματος.

Στοχεύει κυρίως στην υποβοήθηση του έργου των λειτουργών και συλλειτουργών της δικαιοσύνης, επιχειρώντας να δώσει λύσεις στα ανακύπτοντα ζητήματα που τους απασχολούν καθημερινά στα ποινικά ακροατήρια.

Ειδικότερα αναλύονται τα εξής θέματα:

  • Κλήτευση με κλήση
  • Περιπτώσεις απευθείας παραπομπής
  • Επίδοση
  • Περιεχόμενο κλητηρίου θεσπίσματος
  • Ζητήματα ακυρότητας
  • Το κατηγορητήριο στην ποινική διαταγή
  • Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης
  • Προσφυγή προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας

Αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τον εφαρμοστή του δικαίου, τον δικηγόρο, τον υποψήφιο και σπουδαστή της Ε.Σ.Δ.Ι. καθώς και τον φοιτητή.

Προλογος 2ης ΕΚΔΟΣΗΣ IX

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1ης ΕΚΔΟΣΗΣ

Προλογικο Σημειωμα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ XVII

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XXVII

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 1

ΙΙ. Κλήτευση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο µε κλήση 7

ΙΙΙ. Απευθείας παραποµπή στο ακροατήριο 15

Α. Κλήτευση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο µε κλητήριο θέσπισµα 15

Β. Υλοποίηση της απευθείας παραποµπής 16

ΙV. Περιπτώσεις απευθείας παραποµπής 23

Α. Ευθύτατη παραποµπή στο ακροατήριο 23

Β. Απευθείας κλήση στο ακροατήριο για πληµµέληµα 28

Γ. Απευθείας κλήση στο ακροατήριο για πληµµέληµα
µετά τη διενέργεια προανάκρισης 30

Δ. Απευθείας παραποµπή για πληµµέληµα στο ακροατήριο
µετά από κύρια ανάκριση 33

E. Ποινική δίωξη σε βάρος προσώπου ειδικής δωσιδικίας 39

ΣΤ. Απευθείας παραποµπή για κακούργηµα στο ακροατήριο 40

Ζ. Απευθείας κλήση µετά τη σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής
για κακούργηµα 42

Η. Ποινική συνδιαλλαγή µετά την τυπική περάτωση της ανάκρισης
και µέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας
στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο 43

Θ. Ποινική διαπραγµάτευση: Απευθείας κλήση στο Μονοµελές Εφετείο
επί κακουργηµάτων και στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο
επί πληµµεληµάτων 44

Ι. Άµεση παραποµπή επί αυτόφωρων πληµµεληµάτων - Κλητήριο θέσπισµα
και αυτόφωρη διαδικασία 46

ΙΑ. Εισαγωγή της υπόθεσης σε δίκη από τον Ευρωπαίο
Εντεταλμένο Εισαγγελέα 51

V. H έννοια του αντιτύπου στο άρθρο 320 παρ. 2 ΚΠΔ 53

Α. Ιστορική αναδροµή 53

Β. Απόδειξη της έλλειψης στοιχείου του κύρους του κλητηρίου
θεσπίσµατος 55

Γ. Σχετική νοµολογία 56

Δ. Επίδοση στον κατηγορούµενο δύο κλητηρίων θεσπισµάτων,
αναφερόµενα σε διαφορετικά πραγµατικά περιστατικά
της ίδιας αξιόποινης πράξης 58

VI. Επίδοση του Κλητηρίου Θεσπίσµατος 61

VII. Συνέπειες επίδοσης του Κλητηρίου Θεσπίσµατος 67

Α. Αρχικές παρατηρήσεις 67

Β. Δικονοµικές συνέπειες 71

1. Ο εισαγγελέας δεν µπορεί να αποσύρει την υπόθεση από τη δικάσιµο
που ορίστηκε (αρ. 320 παρ. 3 ΚΠΔ) 71

i. Εξαιρέσεις από τον κανόνα που απαγορεύει την απόσυρση της υπόθεσης
από τη δικάσιµο που ορίστηκε 72

α. Περίπτωση του άρθρου 169 παρ. 2 ΚΠΔ 72

β. Περίπτωση του άρθρου 302 παρ. 2 ΚΠΔ 73

γ. Εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 324 ΚΠΔ
(προϋποθέσεις και παραδείγµατα) 73

γα. Απόσυρση της υπόθεσης όταν υπάρχουν λόγοι που εµφανίστηκαν
µετά την απευθείας κλήση στο ακροατήριο και προσδίδουν
στην πράξη χαρακτήρα κακουργήµατος, οπότε ο εισαγγελέας διατάσσει
κύρια ανάκριση (άρθρο 324 παρ. 1 περ. α΄ ΚΠΔ) 76

γβ. Απόσυρση της υπόθεσης όταν το κλητήριο θέσπισµα δεν περιέχει
τα απαιτούµενα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 321 ΚΠΔ
(άρθρο 324 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠΔ) 78

γγ. Απόσυρση της υπόθεσης από τον εισαγγελέα εφετών
(άρθρο 324 παρ. 2 ΚΠΔ) 80

γδ. Απόσυρση της υπόθεσης όταν, χωρίς να έχει τεθεί η υπόθεση στο αρχείο
ή να έχει χωριστεί η συζήτηση ορισµένης πράξης ή να υπάρχει λόγος αναβολής, αναστολής ή αποχής από την ποινική δίωξη, δεν έχει εισαχθεί προς εκδίκαση
πράξη η οποία περιγράφεται στην ίδια έγκληση, µήνυση, αναφορά
ή αίτηση προς τον εισαγγελέα πληµµελειοδικών (άρθρο 324 παρ. 3 ΚΠΔ) 81

δ. Άλλες περιπτώσεις απόσυρσης της υπόθεσης 85

δα. Απόσυρση της υπόθεσης στην περίπτωση της παραγράφου 5
του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 85 85

δβ. Απόσυρση της υπόθεσης µετά την άσκηση προσφυγής κατά του κλητηρίου
θεσπίσµατος (άρθρο 322, 323 ΚΠΔ) 86

2. Γνωστοποίηση µαρτύρων στον κατηγορούµενο (άρθρο 326 παρ. 1 ΚΠΔ) 87

3. Δικαίωµα του κατηγορούµενου για κλήτευση µαρτύρων
(άρθρο 327 παρ. 2 ΚΠΔ) 89

4. Περάτωση της προδικασίας 90

5. Εκκρεµοδικία 91

6. Προσδιορισμός της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου 91

7. Παραµονή των δικογραφιών και των πειστηρίων κατά τις εργάσιµες ώρες
στο οικείο δικαστικό γραφείο 92

Γ. Μικτές συνέπειες 93

1. Αναστολή της παραγραφής 93

i. Παραδείγµατα σχετικά µε την αναστολή της παραγραφής
σε περίπτωση απευθείας παραποµπής του κατηγορουµένου σε δίκη
µε κλητήριο θέσπισµα 94

ii. Παραδείγµατα σχετιζόµενα µε την άκυρη επίδοση του κλητηρίου
θεσπίσµατος µε συνεπακόλουθο την µη αναστολή της παραγραφής 97

2. Οριοθέτηση του αντικειµένου της δίκης 98

VIII. Περιεχόµενο του Κλητηρίου Θεσπίσµατος 101

Α. Τα περιοριστικώς αναφερόµενα στο άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχεία
του κλητηρίου θεσπίσµατος 101

1. Το ονοµατεπώνυµο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία
που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουµένου 102

2. Ο προσδιορισµός του δικαστηρίου στο οποίο καλείται
ο κατηγορούµενος 103

3. Η χρονολογία, η ηµέρα της εβδοµάδας και η ώρα που πρέπει
να εµφανιστεί ο κατηγορούµενος στο δικαστήριο 105

i. Σχετική νοµολογία που αφορά στην ηµεροµηνία δικασίµου 106

ii. Σχετική νοµολογία που αφορά στην ώρα της δικασίµου 107

4. Ο ακριβής καθορισµός της πράξης για την οποία κατηγορείται
o κατηγορούµενος 108

i. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 108

ii. Το δικαίωµα πληροφορήσεως του κατηγορουµένου 108

iii. Σχετική νοµολογία αναφορικά µε τον ακριβή καθορισµό της πράξης 113

iv. Η αναφορά του τόπου και του χρόνου τέλεσης της πράξης
στο κλητήριο θέσπισµα - Παράθεση σχετικής νοµολογίας 118

v. Προσδιορισµός του χρόνου τέλεσης της πράξης στο κατ’ εξακολούθηση
έγκληµα - Παράθεση σχετικής νοµολογίας 121

vi. Νοµολογία των δικαστηρίων στο ζήτηµα του ακριβούς καθορισµού
της πράξης σε συγκεκριµένα αδικήµατα του Ποινικού Κώδικα 123

vii. Ειδικοί ποινικοί νόµοι και κλητήριο θέσπισµα 152

viii. Υποχρέωση µετάφρασης του κλητηρίου θεσπίσµατος 180

α. Ιστορική αναδροµή µε παράθεση της σχετικής νοµολογίας 180

β. Ισχύον νοµοθετικό καθεστώς 188

5. Μνεία του άρθρου του ποινικού νόµου που προβλέπει την πράξη
που αποδίδεται στον κατηγορούµενο 191

i. Παράθεση σχετικής νοµολογίας 191

ii. Ειδικότερη νοµολογία για τα άρθρα 314 και 315 ΠΚ
(πλέον 314 παρ. 1 και 2 ΠΚ) 195

iii. Περίπτωση εσφαλµένης διάταξης που τέθηκε στο κλητήριο θέσπισµα
εκ προφανούς παραδροµής - Εκ παραδροµής σφάλµα - Παράθεση σχετικής νοµολογίας 196

iv. Νοµοθετική µεταβολή και κλητήριο θέσπισµα - Παράθεση σχετικής
νοµολογίας 198

v. Διατάξεις του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα και κλητήριο
θέσπισµα 204

6. Ο αριθµός, η επίσηµη σφραγίδα και η υπογραφή του εισαγγελέα
στο κλητήριο θέσπισµα – Παράθεση σχετικής νοµολογίας 224

7. Η αναγραφή της ερήµην εκδίκασης ως συνέπεια της µη εµφάνισης
του κατηγορουµένου 230

IX. Θεραπεία και προβολή της ακυρότητας
του Κλητηρίου Θεσπίσµατος 233

Α. Χρόνος προβολής της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου
θεσπίσµατος 233

Β. Πρακτικά παραδείγµατα σχετικά µε τον χρόνο προβολής της ένστασης
ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος στον πρώτο βαθµό 240

Γ. Προβολή αντιρρήσεων για την πρόοδο της δίκης και νοµική φύση
του ισχυρισµού περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος 241

Δ. Ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσµατος σε περίπτωση πλειόνων
κατηγορουµένων - Ποιος δικαιούται να προβάλλει την ακυρότητα
του κλητηρίου θεσπίσµατος - Ενέργειες του δικαστηρίου 242

Ε. Το έννοµο συµφέρον του παριστάµενου προς υποστήριξη
της κατηγορίας για προβολή της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος 248

ΣΤ. Κατ’ εξακολούθηση έγκληµα και ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσµατος 253

Ζ. Χρόνος απόφανσης του δικαστηρίου επί του ισχυρισµού
περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος 256

Η. Αναβολή της συζήτησης από το δικαστήριο
(αρ. 175 παρ. 2 εδ. τελευταίο ΚΠΔ) 259

Θ. Δυνατότητα ή µη ανάκλησης: α) της απόφασης που ακυρώνει
το κλητήριο θέσπισµα, β) της απόφασης που απορρίπτει την ένσταση
ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος 260

Ι. Προβολή της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος
στο Εφετείο 265

1. Νοµολογία και θέσεις της επιστήµης 265

2. Τι πράττει το Εφετείο όταν κάνει δεκτή την ένσταση ακυρότητας
του κλητηρίου θεσπίσµατος και ακυρώσει την πρωτόδικη απόφαση; 271

ΙΑ. Δυνατότητες του εισαγγελέα στον οποίο θα διαβιβασθεί η δικογραφία
µετά την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσµατος από το δικαστήριο 275

ΙΒ. Το ζήτηµα της αναστολής ή µη της παραγραφής όταν το δικαστήριο
κηρύσσει εαυτόν αναρµόδιο και παραπέµπει την υπόθεση στο αρµόδιο 277

Χ. Αναιρετικός έλεγχος της ακυρότητας του Κλητηρίου Θεσπίσµατος 281

ΧΙ. Αίτηση ακύρωσης της απόφασης (αρ. 430 ΚΠΔ)
και αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας (αρ. 341 ΚΠΔ) 287

Α. Ανατροπή ή µη της αναστολής της παραγραφής από την ακύρωση
της απόφασης 287

Β. Ανατροπή ή µη της αναστολής της παραγραφής από την ακύρωση
της διαδικασίας 291

ΧΙΙ. Το κατηγορητήριο στη διαδικασία έκδοσης ποινικής διαταγής 295

ΧΙΙΙ. Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης 299

Α. Γενικά 299

Β. Νοµική φύση της προσφυγής - Έννοµες συνέπειες 300

Γ. Νοµιµοποιούµενα πρόσωπα - Προβλεπόµενες περιπτώσεις 308

Δ. Προθεσµία και νόµιµες διατυπώσεις 314

Ε. Προβαλλόµενες αιτιάσεις 322

ΣΤ. Παράβολο προσφυγής 326

Ζ. Δυνατότητες Εισαγγελέα Εφετών 329

Η. Ενέργειες του Δικαστικού Συμβουλίου 334

Θ. Απορριπτική διάταξη Εισαγγελέα Εφετών 339

Ι. Παραδοχή της προσφυγής - Επίδραση επί της παραγραφής 341

ΙΑ. Άσκηση προσφυγής μετά την αποδοχή της αίτησης ακύρωσης
απόφασης (άρθρο 430 ΚΠΔ) και της ακύρωσης διαδικασίας
(άρθρο 341 ΚΠΔ) 343

ΙΒ. Προσφυγή των προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας 346

1. Γενικά 346

2. Προσφυγή του κατηγορουµένου κατά παραποµπής στο Μονοµελές
Εφετείο Πληµµεληµάτων 346

3. Δυνατότητες Συµβουλίου Εφετών 348

4. Το αμετάκλητο του βουλεύματος του Συµβουλίου Εφετών 351

5. Απορριπτικό βούλευµα του Συµβουλίου Εφετών. Επίδοση - Προθεσµία 353

6. Παραδοχή της προσφυγής - Επίδραση επί της παραγραφής 353

ΙΓ. Άσκηση εκπρόθεσμης και απαγορευμένης προσφυγής 354

1. Γενικά 354

2. Περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η προσφυγή 355

3. Ενέργειες του Εισαγγελέα Εφετών ή του Συµβουλίου Εφετών 356

4. Αντιρρήσεις στο δικαστήριο 359

Αντι επιλογου 363

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 365

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 375

Σελ. 1

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Μελετώντας ένας δικαστής τις δικογραφίες του ποινικού δικαστηρίου στο οποίο καλείται να προεδρεύσει, ανοίγοντας τον φάκελο της κάθε υπόθεσης, ένα θεωρώ ότι είναι το έγγραφο το οποίο αναζητά πρώτο: το κλητήριο θέσπισµα, το αποκαλούµενο στην πρακτική και κατηγορητήριο, διότι έτσι αποκτά µία πρώτη εικόνα της φύσης της υπόθεσης, της βαρύτητάς της, της δυσκολίας της καθώς και του αριθµού των κατηγορουµένων. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για τον εισαγγελέα της έδρας του δικαστηρίου. Παράλληλα, ένας δικηγόρος ο οποίος αναλαµβάνει το χειρισµό µιας ποινικής υπόθεσης, µία από τις πρώτες ερωτήσεις που θέτει στον εντολέα του είναι αν του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, δηλαδή αν του έχει επιδοθεί κλητήριο θέσπισµα. Αν λάβει καταφατική απάντηση αναζητά το ουσιώδες αυτό έγγραφο προκειµένου να µπορέσει να πληροφορηθεί την κατηγορία που βαραίνει τον εντολέα του και ακολούθως να διαµορφώσει την υπερασπιστική του γραµµή. Εποµένως, γίνεται ευχερώς αντιληπτό πως η σύνταξη ενός πλήρους, επαρκούς και σαφούς κατηγορητηρίου εκ µέρους της εισαγγελικής αρχής αποτελεί ενέργεια κοµβικής σηµασίας, διότι στέλνει επισήµως τον πολίτη στο εδώλιο του κατηγορουµένου και ταυτόχρονα παρουσιάζει εξαιρετικό επιστηµονικό ενδιαφέρον, διότι αναφύονται ποικίλα ζητήµατα που έχουν προβληµατίσει έντονα και επί µακρό χρονικό διάστηµα τον νοµικό κόσµο. Ασφαλώς, υψίστη σημασία έχει και η δικονομικά προβλεπόμενη άμυνα του κατηγορουμένου αφενός έναντι της απευθείας παραπομπής του στο ακροατήριο αφετέρου έναντι ενός αόριστου-άκυρου κατηγορητηρίου.

Επισηµαίνεται πως όπου στο παρόν σύγγραµµα γίνεται αναφορά στον Ποινικό Κώδικα (εφεξής ΠΚ) και στον Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας (εφεξής ΚΠΔ) εννοούνται οι ισχύοντες Κώδικες που κυρώθηκαν µε τον Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α΄ 95/11.6.2019) και τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019) αντίστοιχα, όπως αυτοί ισχύουν µε τις τελευταίες τροποποιήσεις που επέφεραν οι Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α΄ 30/23.2.2024), 5108/2.5.2024 (ΦΕΚ Α’ 65/2.5.2024) και 5134/2024 (ΦΕΚ Α΄ 146/11.9.2024).

Η διαδικασία στο ποινικό ακροατήριο διακρίνεται στην προπαρασκευαστική (αρ. 320-328 ΚΠΔ) και στην κύρια διαδικασία (αρ. 329-373 ΚΠΔ). Στο πρώτο τµήµα του τετάρτου βιβλίου του ισχύοντος ΚΠΔ ρυθµίζεται η προπαρασκευαστική (της κύριας) διαδικασία, ήτοι καθορίζεται ιδίως: α) ο τρόπος κλήτευσης του κατηγορουµένου για να δικασθεί στο αρµόδιο δικαστήριο, δηλαδή είτε µε κλητήριο θέσπισµα είτε µε κλήση, β) η υποχρέωση του εισαγγελέα για την κλήτευση των ουσιωδών µαρτύρων, γ) η υποχρέωση τόσο του εισαγγελέα όσο και του παριστάµενου για την υποστήριξη της κατη-

Σελ. 2

γορίας (παθόντος/αµέσως ζηµιωθέντος από την πράξη) για γνωστοποίηση των µαρτύρων στον κατηγορούµενο.

Αυτό που χρήζει επισήµανσης, διότι έχει ιδιαίτερη πρακτική σηµασία, είναι ότι µε την έγκυρη ολοκλήρωση της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, ήτοι µε την έγκυρη επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσµατος στον κατηγορούµενο, παράγονται ορισµένες σηµαντικές συνέπειες στον χώρο του δικονοµικού και του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, οι οποίες θα αναφερθούν παρακάτω, µε ειδική µνεία των σχετικών διατάξεων.

Η παραποµπή του κατηγορουµένου στο ακροατήριο του αρµόδιου δικαστηρίου µπορεί να γίνει είτε απευθείας µε κλητήριο θέσπισµα (χωρίς δηλαδή την έκδοση παραπεµπτικού βουλεύµατος από το δικαστικό συµβούλιο), είτε µε κλήση (όταν απαιτείται να έχει εκδοθεί παραπεµπτικό βούλευµα). Το κλητήριο θέσπισµα και η κλήση, ως διαδικαστικά έγγραφα, συνιστούν δικονοµικές προϋποθέσεις δια την κατά νόµο εισαγωγή και εκδίκαση της κατηγορίας που εκκρεµεί σε βάρος κάποιου. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως και την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής, όταν ελλείπουν οι ανωτέρω δικονοµικές προϋποθέσεις, ήτοι σε περίπτωση ανυπαρξίας κλητηρίου θεσπίσµατος ή αµετακλήτου παραπεµπτικού βουλεύµατος, διότι διαπράττει υπέρβαση εξουσίας.

Οι δικονοµικοί προβληµατισµοί σχετιζόµενοι µε το κλητήριο θέσπισµα, έχουν απασχολήσει και συνεχίζουν να απασχολούν καθηµερινά, δικαστές και εισαγγελείς, καθώς και δικηγόρους, κατά τον χειρισµό υποθέσεων, τόσο κατά το στάδιο της προδικασίας, όταν συντάσσονται τα κατηγορητήρια, όσο και κατά την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο, όταν κρίνονται από το δικαστήριο οι προβαλλόµενοι από τους κατηγορούµενους λόγοι ακυρότητας αυτών. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι δικαστές και οι εισαγγελείς αντιµετωπίζουν περιπτώσεις προβαλλόµενων ενστάσεων ακυρότητας κλητηρίων θεσπισµάτων, που τους προβληµατίζουν έντονα, καθόσον τα επιδοθέντα κλητήρια θεσπίσµατα κινούνται στη λεπτή γραµµή µεταξύ εγκυρότητας και ακυρότητας, κυριολεκτικά επί ξυρού ακµής, ιδίως ως προς την κάλυψη της απαίτησης του άρθρου 321 ΚΠΔ, για ακριβή καθορισµό της πράξης και µνείας του άρθρου του ποινικού νόµου που προβλέπει την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούµενο.

Βασικός οδηγός στην καθοριστική για την πορεία µίας υπόθεσης απόφαση περί αποδοχής ή απόρριψης της ενστάσεως ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσµατος αποτελεί η

Σελ. 3

δικαστηριακή νοµολογία, που µεταβάλλεται, κτίζεται σταδιακά και τελικά παγιώνεται πάνω σε ένα συγκεκριµένο νοµικό ζήτηµα. Η νοµολογία των δικαστηρίων άλλωστε αποτελεί το προϊόν ερµηνείας και εφαρµογής του νόµου µε αφορµή συγκεκριµένες υποθέσεις.

Το κλητήριο θέσπισµα, διά της επίδοσης του οποίου συντελείται η απευθείας κλήση του κατηγορούµενου στο ακροατήριο, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί πεδίο επιστηµονικής αντιπαράθεσης στις ποινικές δίκες, αφορµή πλούσιας νοµολογίας και ο λόγος για τον οποίο οι κατηγορούµενοι δίνουν καθηµερινά αγώνα επιχειρηµάτων στα ποινικά ακροατήρια υπέρ της ακύρωσής του, λόγω των συνεπειών που αυτή επιφέρει. Και τούτο διότι µε την έγκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσµατος στον κατηγορούµενο, οι συνέπειες που επέρχονται από δικονοµικής και ουσιαστικής απόψεως, κάποιες δε εξ αυτών (όπως η αναστολή της παραγραφής, που ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου αποτελεί παραχθείσα συνέπεια στον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου) έχουν τόσο βαρύνουσα σηµασία, αναδεικνύοντας και την κοµβική θέση του εισαγγελέα στο στάδιο αυτό, ώστε να κρίνεται καταλυτικά η µετέπειτα πορεία µιας δικογραφίας και κατά συνέπεια η µετέπειτα πορεία της «δικαστικής περιπέτειας» του εκάστοτε κατηγορούµενου σε µία ποινική δίκη.

Από το στάδιο της προδικασίας, µε την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσµατος, η δικογραφία εισέρχεται στο στάδιο της κύριας διαδικασίας. Το πρόσωπο από ύποπτος και διατηρών µέχρι εκείνου του σηµείου την ελπίδα αρχειοθέτησης της υπόθεσής του από τον εισαγγελέα, καθίσταται, µε την νόµιµη κοινοποίηση του κλητηρίου θεσπίσµατος, αυτοµάτως κατηγορούµενος, εφόσον ο εισαγγελέας ρητά έχει ασκήσει σε βάρος του ποινική δίωξη. Γίνεται το κυρίαρχο πρόσωπο στην ποινική δίκη, το οποίο εφεξής θα παλέψει για την αθωότητα του ή για την επιεική µεταχείρισή του από το δικαστήριο.

Ο κατηγορούµενος υποχρεούται (αρ. 340 ΚΠΔ) αλλά και δικαιούται να παρίσταται κατά τη διάρκεια της δίκης (αρ. 20 Σ), κατά την ορισθείσα δικάσιµο, εφόσον επιθυµεί να εκθέσει τις απόψεις του ενώπιον του φυσικού του δικαστή, στον οποίο δικαιούται να προβάλλει τις όποιες αντιρρήσεις του κατά της εγκυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος ή της επίδοσης αυτού. Είτε η παραποµπή σε δίκη αφορά σε ήσσονος σηµασίας πληµµέληµα (λ.χ. οδήγηση χωρίς άδεια ικανότητας οδήγησης - αρ. 94 Ν. 2696/1999, ΦΕΚ Α΄ 57/23.03.1999), είτε σε εντονότερης απαξίας αδίκηµα (λ.χ. παράβαση καθήκοντος - αρ. 259 ΠΚ), η παραποµπή αποτελεί βαρυσήµαντη πράξη, η οποία, ανεξάρτητα από την έκβαση της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, φέρει φανερά το στίγµα της προκαταρκτικής αποδοκιµασίας «διά το καθ’ υπόθεσιν τελεσθέν έγκληµα». Είναι ένα γεγονός που ασκεί συγκλονιστική επιρροή στη ζωή του κατηγορουµένου, στην

Σελ. 4

κοινωνική του υπόσταση και στην ψυχική του ηρεµία. Η απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουµένου, διά της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσµατος, συνιστά γεγονός που από µόνο του καταδεικνύει το µέγεθος της ισχύος του ως άνω εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, η ύπαρξη του οποίου συµβάλλει τελικά στην αποτελεσµατική εκπλήρωση δύο εκ των νοµοθετικών σκοπών της δηµιουργίας του, ήτοι στην ταχύτερη απονοµή της δικαιοσύνης και στην δραστική ποινική καταστολή. Για το λόγο αυτό ο αρµόδιος εισαγγελέας οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός κατά την σύνταξη και υπογραφή των κλητηρίων θεσπισµάτων.

Οµοίως, τα αρµόδια για την επίδοση των κλητηρίων θεσπισµάτων όργανα (αστυνοµικοί υπάλληλοι, επιµελητές δικαστηρίων), υποχρεούνται να τηρούν απαρέγκλιτα τις διατάξεις περί επιδόσεων (αρθρ. 155 επ. ΚΠΔ), ώστε να διαφυλάσσεται το κύρος της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Και τούτο όχι µόνο για την αποφυγή κινδύνου παραγραφής των αδικηµάτων ή για την ταχύτερη περαίωση µίας ποινικής δίκης, λαµβάνοντας υπόψη ότι η ακύρωση ενός κλητηρίου θεσπίσµατος µε δικαστική απόφαση αποτελεί γεγονός που καθυστερεί την πορεία της υπόθεσης, αλλά επιπλέον για να παρέχεται η δυνατότητα στον εκάστοτε κατηγορούµενο να λαµβάνει πλήρη και ουσιαστική γνώση του αδικήµατος για το οποίο κατηγορείται.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το κλητήριο θέσπισµα, η διωκτική αυτή πράξη, που (εµ)περιέχει τόσο την κατηγορία όσο και την κλήτευση του κατηγορούµενου, το δικαστικό τούτο έγγραφο µε το οποίο ο κατηγορούµενος καλείται απευθείας να παρουσιασθεί στο ακροατήριο, εκ της φύσεώς του, αποτελεί γενεσιουργό αίτιο σηµαντικών δικονοµικών συµβάντων και παραγωγό ουσιωδών συνεπειών και ως εκ τούτου αποτελεί την «κορωνίδα» των νοµικών εγγράφων στην ποινική διαδικασία. Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης παρέχει το δικαίωμα στον κατηγορούμενο που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε να αποτρέψει την παραπομπή του σε δίκη.

Όπως αναφέρει και η Αιτιολογική Έκθεση του Σχέδιου Νόµου µε τίτλο «Κύρωση του ΚΠΔ» (Ν. 4620/2019, ΦΕΚ Α΄ 96/11.06.2019), µικρές µόνον αποκλίσεις από το γράµµα των διατάξεων του προϊσχύσαντος ΚΠΔ/1950 για την κλήτευση και προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης εµφανίζουν οι αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος ΚΠΔ. Είναι σαφές ότι η απευθείας παραποµπή του κατηγορουµένου σε δίκη, προκρίνει µια ταχύρρυθµη διαδικασία, στην οποία αποσκοπεί ο νοµοθέτης, ώστε να περατώνεται

Σελ. 5

ταχύτατα η προπαρασκευαστική διαδικασία σχετικά µε την παραποµπή µε απευθείας κλήση του κατηγορουµένου. Κατά της συγκεκριµένης ρύθµισης έχει ασκηθεί ωστόσο έντονη κριτική λόγω κυρίως των δικαιωµάτων του κατηγορουµένου που θυσιάζονται στο βωµό της ταχείας ολοκλήρωσης της ποινικής δίκης.

Σελ. 7

ΙΙ. Κλήτευση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο µε κλήση

Στο άρθρο 320 παρ. 2 του ισχύοντος ΚΠΔ επανακαθορίζονται οι περιπτώσεις κλήτευσης του κατηγορουµένου στο ακροατήριο αφενός µε κλητήριο θέσπισµα και αφετέρου µε κλήση. Το περιεχόµενο του κλητηρίου θεσπίσµατος και της κλήσης καθορίζονται στο άρθρο 321 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ. Κατά βάση, το περιεχόµενό τους ταυτίζεται, διαφέρουν όµως ως προς το εξής: Το κλητήριο θέσπισµα πρέπει να περιέχει τον ακριβή καθορισµό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο παραπεµπόµενος και µνεία του άρθρου του ποινικού νόµου που την προβλέπει και την τιµωρεί. Στο µεν κλητήριο θέσπισµα ο καθορισµός της αξιόποινης πράξης γίνεται µε την καταχώριση του κατηγορητηρίου το οποίο συντάσσει προηγουµένως ο εισαγγελέας, ενώ στην κλήση προς εµφάνιση γίνεται µε αναφορά στο συνεπιδιδόµενο παραπεµπτικό βούλευµα, τα οποίο στο διατακτικό του πάντοτε έχει διατυπωµένο το κατηγορητήριο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα διαδικαστικά αυτά έγγραφα, ήτοι το κλητήριο θέσπισµα και η κλήση, συνιστούν δικονοµικές προϋποθέσεις, για την κατά νόµο εισαγωγή και εκδίκαση της κατηγορίας η οποία εκκρεµεί σε βάρος κάποιου. Συνεπώς σε περίπτωση που το δικαστήριο προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης και την έκδοση απόφασης, χωρίς την ύπαρξη κλητηρίου θεσπίσµατος ή αµετάκλητου παραπεµπτικού βουλεύµατος, διαπράττει υπέρβαση εξουσίας.

Πριν αναφερθούν οι περιπτώσεις στις οποίες ο κατηγορούµενος κλητεύεται στο ακροατήριο µε κλητήριο θέσπισµα, κρίνεται σκόπιµο να γίνει µία σύντοµη αναφορά στις περιπτώσεις που ο κατηγορούµενος κλητεύεται στο ακροατήριο µε κλήση, καθώς και σε ορισµένα ζητήµατα που ανακύπτουν από τον συγκεκριµένο τρόπο παραποµπής σε δίκη.

Ο κατηγορούµενος κλητεύεται στο ακροατήριο µε κλήση στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ, δηλαδή όταν παραπέµπεται στο ακροατήριο του αρµό-

Σελ. 8

διου δικαστηρίου µέσω των δικαστικών συµβουλίων µε αµετάκλητο παραπεµπτικό βούλευµα. Με το παραπεµπτικό βούλευµα, ουδέν οριστικό αποφασίζεται αλλά προπαρασκευάζεται απλώς η εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο.

Για την επίδοση της κλήσης πρέπει να έχει προηγηθεί η επίδοση του αµετάκλητου παραπεµπτικού βουλεύµατος, αλλιώς ανακύπτει ακυρότητα της κλήσης. Η µη επίδοση του βουλεύµατος: α) κωλύει το αµετάκλητο αυτού, β) συνεπάγεται ακυρότητα της κλήσης προς εµφάνιση, καλυπτόµενη όµως κατά το άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ. Από της επίδοσης της κλήσης στον κατηγορούµενο η υπόθεση καθίσταται εκκρεµής ενώπιον του δικαστηρίου .

Αναλυτικότερα, αν η υπόθεση συζητείται στο ακροατήριο, χωρίς το παραπεµπτικό βούλευµα να έχει καταστεί αµετάκλητο, τότε συντρέχει υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, η µη έγκυρη επίδοση του παραπεµπτικού βουλεύµατος στον κατηγορούµενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο. Σε περίπτωση, όµως, που ο κατηγορούµενος εµφανισθεί στο δικαστήριο και δεν εναντιωθεί στη διαδικασία, παρά την ακυρότητα της κλήσης ή ακόµα και την παντελή έλλειψη της επίδοσης αυτής, η κύρια διαδικασία έχει αρχίσει.

Υποστηρίζεται ότι αν η υπόθεση συζητείται στο ακροατήριο, χωρίς να έχει επιδοθεί το παραπεµπτικό βούλευµα στον κατηγορούµενο, έστω κι αν του επιδόθηκε κλήση για εµφάνιση, θα µπορούσε να γίνει λόγος και για απόλυτη ακυρότητα (αρ. 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ σε συνδυασµό µε αρ. 6 παρ. 3α ΕΣΔΑ).

Το βούλευµα καθίσταται αµετάκλητο αν δεν ασκηθεί έφεση από τον κατηγορούµενο (βλ. αρ. 478 και 482 ΚΠΔ) ή αυτή απορριφθεί ή ασκηθεί από τον κατηγορούµενο

Σελ. 9

απαραδέκτως ένδικο µέσο. Ο αρµόδιος εισαγγελέας οφείλει να µη λάβει υπόψη το ασκηθέν (απαραδέκτως) ένδικο µέσο, αλλά να προβεί στην εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο µε επίδοση κλήσης στον κατηγορούµενο.

Επισηµαίνεται ότι το αµετάκλητο του βουλεύµατος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ τέθηκε µε την έννοια του σχετικώς αµετακλήτου. Τούτο σηµαίνει ότι αφορά σε κάθε κατηγορούµενο, για τον οποίο το παραπεµπτικό βούλευµα κατέστη αµετάκλητο, οπότε νοµίµως επιδίδεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ η κλήση προς εµφάνιση αυτού στο ακροατήριο, µη δυναµένου να προβάλει αντιρρήσεις ότι το βούλευµα αυτό δεν έχει καταστεί αµετάκλητο για τον εισαγγελέα, λόγω µη παρέλευσης της προθεσµίας άσκησης ενδίκων µέσων από αυτόν. Τούτο επειδή το συµφέρον του κοινωνικού συνόλου και της πολιτείας επιβάλλει την άµεση εκκαθάριση της εκκρεµούς ποινικής υπόθεσης και δεν έχει νόηµα να αναµείνει ο εισαγγελέας να καταστεί αµετάκλητο το βούλευµα, είτε ως προς άλλους συγκατηγορουµένους, είτε, βεβαίως, και ως προς την εκπροσωπούµενη από τον ίδιο εισαγγελική αρχή. Περαιτέρω, αφού, λοιπόν, γίνεται δεκτό ότι η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν επηρεάζει το κύρος της κλήσης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου για τον οποίο το βούλευμα έχει γίνει αμετάκλητο, το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που ασκηθεί αίτηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της εν λόγω προθεσμίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το σχετικώς αμετάκλητο θα τελούσε υπό την ανεπίτρεπτη αίρεση μη άσκησης τυχόν μεταγενέστερης αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και στην επίσης ανεπίτρεπτη καταστρατήγηση της αρχής του «σχετικώς αμετακλήτου”, καθώς με αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση δεν θα είχε νόημα η εν λόγω αρχή, αλλά θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων από τον Εισαγγελέα και ύστερα να επιδίδεται η κλήση προς συζήτηση, εφαρμοζομένης ουσιαστικά της αρχής του «απολύτως αμετακλήτου”. Το Δικαστήριο, όμως, υπερβαίνει την εξουσία του, μόνο αν, συνεπεία αυτής της κλήσης και πριν την αμετάκλητη απόρριψη της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιληφθεί και δικάσει την υπόθεση. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 478 και 483 ΚΠΔ προκύπτει ότι το βούλευμα που παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο δικαστήριο για πλημμέλημα δεν προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ούτε με

Σελ. 10

έφεση, ούτε με αναίρεση, με αποτέλεσμα ένα τέτοιο βούλευμα να γίνεται αμετάκλητο με την έκδοσή του, ως προς τον κατηγορούμενο.

Υποστηρίζεται ότι αν η υπόθεση συζητείται στο ακροατήριο, χωρίς να έχει επιδοθεί το παραπεµπτικό βούλευµα στον κατηγορούµενο, έστω κι αν του επιδόθηκε κλήση για εµφάνιση, θα µπορούσε να γίνει λόγος και για απόλυτη ακυρότητα του αρ. 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ σε συνδυασµό µε αρ. 6 παρ. 3α΄ ΕΣΔΑ.

Ιδιαίτερα προβληµατική είναι η περίπτωση κατά την οποία επιδίδεται η κλήση στον κατηγορούµενο χωρίς να έχει καταστεί αµετάκλητο το παραπεµπτικό βούλευµα, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται µετά το αµετάκλητο. Κατά µία άποψη δεν προκαλείται σχετική ακυρότητα, µε την επισήµανση ότι για την έναρξη της αναστολής της παραγραφής, κατά το άρθρο 113 παρ. 2 ΠΚ, απαιτείται όχι µόνο επίδοση της έγκυρης κλήσης, αλλά και αµετάκλητο της παραποµπής. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι δεν παράγεται σχετική ακυρότητα, εφόσον το περιέχον την κατηγορία βούλευµα, στο οποίο αναφέρεται η κλήση, επιδόθηκε στον κατηγορούµενο, η δε εκ του άρθρου 471 ΚΠΔ αναστολή της εκτελέσεως του βουλεύµατος, δηλαδή της εισαγωγής της κατηγορίας στο ακροατήριο, δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας της κλήσης.

Σύµφωνα µε άλλη άποψη, που είναι η κρατούσα στη νοµολογία στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αµετάκλητο το βούλευµα, παρά τα οριζόµενα στα άρθρα 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ, η επίδοση τούτου είναι άκυρη, µε περαιτέρω συνέπεια την ακυρότητα της κλήσης προς τον κατηγορούµενο στο ακροατήριο, η οποία, αν δεν ανακύπτει θέµα αναστολής της παραγραφής της πράξης, µπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ, εφόσον ο κατηγορούµενος εµφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.

Σελ. 11

Κατά µία τρίτη άποψη, στην περίπτωση αυτή προκαλείται τόσο απόλυτη όσο και σχετική ακυρότητα. Η σχετική ακυρότητα ανακύπτει αβίαστα από τον ερµηνευτικό συσχετισµό των διατάξεων των άρθρων 314, 320 και 321 παρ. 2, 4 ΚΠΔ. Η απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την βεβιασµένη έκδοση και επίδοση της κλήσης, η οποία περικόπτει και ακρωτηριάζει κατ’ ουσία το δικαίωµα του κατηγορουµένου να κινητοποιήσει τα ένδικα µέσα της έφεσης και της αναίρεσης, που του χορηγεί ο δικονοµικός νοµοθέτης, σύµφωνα µε τα άρθρα 478 επ. ΚΠΔ. Κατά τη θέση αυτή, η προϋπόθεση του αµετακλήτου της παραποµπής αποτελεί θεσµική εγγύηση για την υπεράσπιση του κατηγορουµένου.

Υποστηρίζεται, ακόµη, ότι εάν η κλήση επιδόθηκε προ της επίδοσης του βουλεύµατος και η εκδίκαση έλαβε χώρα µετά το αµετάκλητο του βουλεύµατος δεν παράγεται ακυρότητα, εφόσον το βούλευµα επιδόθηκε εντός της προθεσµίας του άρθρου 166 ΚΠΔ.

Αναφορικά µε την κλήση, που αφορά την παραποµπή στο ακροατήριο του αρµόδιου δικαστηρίου µέσω των δικαστικών συµβουλίων µε αµετάκλητο παραπεµπτικό βούλευµα, η κλήση για την εµφάνιση ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεµπτικό βούλευµα. Κατά τα λοιπά πρέπει επίσης να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισµα, µεταξύ αυτών και την υπόµνηση ότι αν δεν εµφανισθεί ο κατηγορούµενος στη δίκη θα δικασθεί ερήµην. Αν αυτό δεν αναγράφεται πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Στο µεν κλητήριο θέσπισµα ο καθορισµός της αξιόποινης πράξης γίνεται µε την καταχώριση του κατηγορητηρίου το οποίο συντάσσει προηγουµένως ο εισαγγελέας, ενώ στην κλήση προς εµφάνιση γίνεται µε αναφορά στο συνεπιδιδόµενο παραπεµπτικό βούλευµα, τα οποίο στο διατακτικό του πάντοτε έχει διατυπωµένο το κατηγορητήριο. Η κλήση είναι άκυρη (αρ. 321 παρ. 1, 2, 4 ΚΠΔ) όταν το παραπεµπτικό

Σελ. 12

βούλευµα δεν περιέχει ακριβή καθορισµό της πράξης ή µνεία του εφαρµοζόµενου άρθρου του ποινικού νόµου. Αν πριν από την κλήση επιδόθηκε στον κατηγορούµενο παραπεµπτικό βούλευµα και σε αυτό γίνεται πλήρης καθορισµός των στοιχείων του εγκλήµατος και µνεία της ποινικής διάταξης που προβλέπει το έγκληµα, δεν επέρχεται σχετική ακυρότητα.

H κλήση του κατηγορουµένου προς εµφάνιση στο Δικαστήριο, κατόπιν αµετακλήτου παραποµπής δικαστική απόφαση περί κηρύξεως της αναρµοδιότητος του αρχικώς ορισθέντος δικαστηρίου και παραποµπής στο αρµόδιο δικαστήριο, που επέχει θέση παραπεµπτικού βουλεύµατος, δεν περιλαµβάνει περιγραφή της αξιοποίνου πράξεως, αλλά ως προς αυτήν αναφέρεται, σε περίπτωση παραποµπής λόγω αναρµοδιότητος, στη σχετική απόφαση.

Σε περίπτωση που εσφαλµένα εισήχθη η υπόθεση σε δίκη διά κλητηρίου θεσπίσµατος, ενώ έπρεπε να εκδοθεί παραπεµπτικό βούλευµα και να επιδοθεί κλήση, το δικαστήριο δεν δύναται να διατάξει την πρόοδο της δίκης επί τη βάσει κλητηρίου θεσπίσµατος, αλλά οφείλει να κηρύξει εαυτόν αναρµόδιο και να παραπέµψει την υπόθεση στο αρµόδιο δικαστήριο. Σε περίπτωση, όµως, που στην περί παραποµπής απόφαση, η οποία επέχει θέση παραπεµπτικού βουλεύµατος, απουσιάζει παντελώς το κατηγορητήριο, διατάσσεται η συµπλήρωση της απόφασης κατά το ελλείπον διατακτικό. Ακολούθως, όταν η απόφαση αυτή καταστεί αµετάκλητη, κλητεύεται ο κατηγορούµενος µε κλήση.

Σε περίπτωση που εσφαλµένα ο εισαγγελέας υποβάλλει παραπεµπτική πρόταση στο δικαστικό συµβούλιο, αντί να εισάγει την υπόθεση µε απευθείας κλήση στο δικαστήριο, η παραπεµπτική αυτή πρόταση τυγχάνει απαράδεκτη, και αν το συµβούλιο πληµµελειοδικών αποφανθεί επί της ως άνω πρότασης διαπράττει υπέρβαση εξουσίας. Eάν παρά ταύτα εκδοθεί τέτοιο βούλευµα, εφ’ όσον δεν προσεβλήθη µε ένδικα µέσα και κατέστη αµετάκλητο, παράγει έννοµες συνέπειες. Eποµένως η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του αρµοδίου δικαστηρίου θα χωρήσει κατ’ ανάγκην επί τη βάσει του καθ’ υπέρβαση εξουσίας εκδοθέντος βουλεύµατος, χωρίς να προκαλείται ακυρότητα.

Τέλος, όταν η υπόθεση εισάγεται µετά από αναβλητική απόφαση, που είχε εκδοθεί κατά δικάσιµο στην οποία είχε εισαχθεί µε απευθείας κλήση, δύναται να επιδοθεί κλή-

Σελ. 13

ση, µε αναφορά σε προκοινοποιηθέν κλητήριο θέσπισµα. Αυτό συµβαίνει και στην δικαστική πρακτική, καθόσον κλητήριο θέσπισµα επιδίδεται σε υπόθεση που εισάγεται το πρώτον στο ακροατήριο και εάν αυτή αναβληθεί για οποιονδήποτε λόγο, επιδίδεται κλήση µε αναφορά στο προκοινοποιθέν κλητήριο θέσπισµα.

Η κλήση είναι άκυρη (αρ. 321 παρ. 1, 2, 4 ΚΠΔ) όταν το παραπεµπτικό βούλευµα δεν περιέχει ακριβή καθορισµό της πράξης ή µνεία του εφαρµοζόµενου άρθρου του ποινικού νόµου. Η ακύρωση της κλήσης για τον λόγο αυτό, οδηγεί στις περιπτώσεις κακουργηµάτων, σε διαδικασία αναθεώρησης της κατηγορίας (αρ. 317 παρ. 2 ΚΠΔ), η οποία πραγµατοποιείται από τον εισαγγελέα εφετών και εκτείνεται και στα συναφή µε το κακούργηµα πληµµελήµατα. Σε περίπτωση πληµµελήµατος, αν ακυρωθεί η κλήση προς εµφάνιση, πρέπει να εκδοθεί νέο βούλευµα, διορθωµένο στη βάση της διαδικασίας του άρθρου 145 ΚΠΔ και να εισαχθεί η υπόθεση µε νέα κλήση.

Στην κλήση πρέπει να αναφέρεται και ο αριθµός του βουλεύµατος και η πράξη που πρέπει να προκύπτει από το βούλευµα, διαφορετικά η κλήση είναι άκυρη. Στην περίπτωση αυτή στην κλήση αναγράφεται ότι ο κλητευόµενος καλείται να δικασθεί «σύµφωνα µε το υπ’ αριθ. Χ βούλευµα του συµβουλίου πληµµελειοδικών ή εφετών».

Αν πριν από την κλήση επιδόθηκε στον κατηγορούµενο παραπεµπτικό βούλευµα και σε αυτό γίνεται πλήρης καθορισµός των στοιχείων του εγκλήµατος και µνεία της ποινικής διάταξης που προβλέπει το έγκληµα, δεν επέρχεται σχετική ακυρότητα.

Αµφισβήτηση δηµιουργήθηκε σχετικά µε το αν αρκεί η επίδοση αποσπάσµατος του παραπεµπτικού βουλεύµατος ή αν αντίθετα απαιτείται επίδοση αντιγράφου αυτού. Κατά την πλέον επικρατούσα άποψη, αρκεί η επίδοση αποσπάσµατος αυτού και όχι αναγκαίως πλήρους αντιγράφου. Τούτο γιατί το απόσπασµα περιέχει όλα τα ουσιώδη στοιχεία και συγκεκριµένα το σκεπτικό και το διατακτικό, µε δεδοµένο ότι σκοπός της επίδοσης είναι η γνώση του εγκλήµατος για το οποίο παραπέµπεται ο κατηγορούµενος. Επιχειρήµατα υπέρ της θέσης αυτής δίνει η διάταξη του άρθρου 142 παρ. 3 ΚΠΔ κατά την οποία η επίδοση εγγράφου της γραµµατείας του δικαστηρίου, που περιέχει τον αριθµό της απόφασης, τη διάταξη που παραβιάστηκε και την

Σελ. 14

ποινή που επιβλήθηκε, έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσµατος της απόφασης. Κατά µια αντίθετη άποψη απαιτείται επίδοση πλήρους αντιγράφου, η σχετική όμως παράβαση δε συνιστά λόγο αναιρέσεως.

Σελ. 15

ΙΙΙ. Απευθείας παραποµπή στο ακροατήριο

Α. Κλήτευση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο µε κλητήριο θέσπισµα

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 320 ΚΠΔ, ο κατηγορούµενος κλητεύεται στο ακροατήριο µε κλητήριο θέσπισµα όταν ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη µε απευθείας κλήση στο ακροατήριο καθώς και στις περιπτώσεις του ΚΠΔ στις οποίες προβλέπεται η απευθείας κλήση.

Όπως έχει διατυπωθεί, η δι’ απευθείας κλήσεως παραποµπή σε δίκη είναι δικονοµική πράξη, ήτοι νοµική πράξη δηµοσίου δικαίου, που γίνεται κατά την ποινική διαδικασία, εξυπηρετεί το σκοπό της και διέπεται από τους κανόνες του ποινικού δικονοµικού δικαίου. Με αυτή την πράξη της εισαγγελικής αρχής καλείται ο ποινικά διωκόµενος ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου να δικασθεί κατά την ακροαµατική διαδικασία µε ορισµένη κατηγορία.

Το κλητήριο θέσπισµα ορίζεται ως το έγγραφο που εκδίδεται από τον εισαγγελέα, δυνάµει του οποίου κλητεύεται ο κατηγορούµενος ενώπιον του δικαστηρίου, προκειµένου να εµφανιστεί και να δικασθεί για την πράξη για την οποία παρεπέµφθη και η οποία αναφέρεται σε αυτό. Ο όρος «κλητήριο θέσπισµα» καθιερώθηκε χάριν οµοιοµορφίας για την κλήτευση των κατηγορουµένων ενώπιον κάθε δικαστηρίου, όταν αυτοί καλούνται µε απευθείας κλήση. Είναι το αποκαλούµενο στην δικαστηριακή πρακτική ως κατηγορητήριο, προς υποδήλωση του τµήµατος του κλητηρίου θεσπίσµατος που περιέχει την αποδιδόµενη στον κατηγορούµενο κατηγορία.

Ο όρος ‘’κλητήριο θέσπισµα’’ υιοθετήθηκε αρχικά από το άρθρο 162 της προϊσχύσασας Ποινικής Δικονοµίας, η οποία ίσχυσε από τις 25 Ιανουαρίου 1835, δια Βασιλικού Διατάγµατος που δηµοσιεύθηκε στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 16/1834) στην ελληνική και γερµανική γλώσσα, µέχρι τα µεσάνυχτα της 31/12/1950 και αποτελεί µεταφορά και µετάφραση του Γερµανικού όρου ‘’Ladungsordonnanz’’.

Σελ. 16

Β. Υλοποίηση της απευθείας παραποµπής

Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος µε τον οποίο συντελείται η απευθείας παραποµπή του κατηγορουµένου στο ακροατήριο παρατίθεται κατωτέρω ενδεικτικό παράδειγµα πρακτικής εφαρµογής:

Ο εισαγγελέας πληµµελειοδικών χρεώνεται προς µελέτη και επεξεργασία µία δικογραφία που αφορά λ.χ. το αδίκηµα της πληµµεληµατικής εξύβρισης µε λόγο (αρ. 361 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ). Αφού µελετήσει την έγκληση και κρίνει ότι δεν συντρέχει κάποιος λόγος απόρριψής της κατά το άρθρο 51 ΚΠΔ, παραγγέλλει στον πταισµατοδίκη τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (αρ. 31 παρ. 1 περ. α΄, 243 ΚΠΔ), προκειµένου να εξετασθούν µάρτυρες και να κληθεί ο εγκαλούµενος προς παροχή εγγράφων εξηγήσεων (αρ. 244 ΚΠΔ). Αφού εκτελεσθεί η εισαγγελική παραγγελία, η δικογραφία επανυποβάλλεται στην Εισαγγελία και την χρεώνεται εκ νέου ο εισαγγελέας για περαιτέρω µελέτη και επεξεργασία. Εάν από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ο εισαγγελέας κρίνει ότι ο εγκαλούµενος πρέπει να παραπεµφθεί σε δίκη, ενεργεί ως εξής: σηµειώνει επί του φακέλου της δικογραφίας το αδίκηµα (εξύβριση, αρ. 361 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ), την τυποποιηµένη φράση «Ακροατήριο Μονοµελούς», εφόσον η εξύβριση αποτελεί αδίκηµα αρµοδιότητας Μονοµελούς (αρ. 115 ΚΠΔ) και θέτει την χρονολογία, το ονοµατεπώνυµό του και την υπογραφή του. Αναγράφεται, επίσης, ο χρόνος

Σελ. 17

τέλεσης της πράξης και ειδικά όταν επίκειται η παραγραφή του αδικήµατος, τονίζεται ο κατεπείγων χαρακτήρας των επικείµενων ενεργειών.

Αυτή η ενέργεια του εισαγγελέα είναι εσωτερικής φύσεως και δεν τον εµποδίζει µεταγενέστερα να αλλάξει γνώµη, να µαταιώσει την απευθείας παραποµπή ή να προβεί σε ορθότερο νοµικό χαρακτηρισµό της πράξης. Αυτή η εσωτερική υπηρεσιακή ενέργεια, αφενός εξωτερικεύει τη βούληση του εισαγγελέα να παραπέµψει τον κατηγορούµενο σε δίκη, αφετέρου υλοποιείται προκειµένου να ακολουθήσει η γραφειοκρατική επεξεργασία της υπόθεσης από τη γραµµατεία της εισαγγελίας. Η ως άνω ενέργεια δίδει την εντολή στους γραµµατείς της Εισαγγελίας να προβούν στις απαιτούµενες ενέργειες για την προώθηση της δικογραφίας σε διάφορα υπηρεσιακά γραφεία της Εισαγγελίας. Μία εκ των υπηρεσιακών ενεργειών που εκτελούνται στο στάδιο αυτό είναι και η εγγραφή, στο ηλεκτρονικό σύστηµα ή στα οικεία βιβλία, της µήνυσης ως «παραπεµφθείσας», η οποία έχει µεν αξιόλογη σηµασία από υπηρεσιακής πλευράς, της παρακολούθησης δηλαδή της πορείας κάθε δικογραφίας, όµως δεν έχει εξωτερικευµένη δικονοµική αξία και ενέργεια.

Για να θεωρηθεί τελικώς ως παραποµπή µε απευθείας κλήση στο ακροατήριο απαιτείται νόµιµη κοινοποίηση στον κατηγορούµενο του κλητηρίου θεσπίσµατος. Πριν από την επίδοση, το συνταχθέν κλητήριο θέσπισµα, ακόµα και εάν έχει νοµοτύπως καταρτισθεί, ακόµα και εάν έχει την επίσηµη σφραγίδα του εισαγγελέα, από µόνο του δεν παράγει καµία απολύτως εξωτερικευµένη δικονοµική ενέργεια παρά µόνο εσωτερική υπηρεσιακή ενέργεια. Μόνο µετά την επίδοσή του, ο κατηγορούµενος δικαιούται να αµυνθεί κατά της απευθείας παραποµπής του, µέσω της προσφυγής του άρθρου 322 ΚΠΔ (εάν παραπέµφθηκε απευθείας στο ακροατήριο του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου), ή του άρθρου 323 ΚΠΔ (εάν παραπέµφθηκε για πλημμέλημα απευθείας στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας - αρ. 110

Σελ. 18

περ. δ΄ ΚΠΔ), ενώ πριν από αυτήν (την επίδοση), δε δηµιουργείται καµία δικονοµική δέσµευση στον εισαγγελέα, ο οποίος µπορεί να αλλάξει γνώµη για την δικονοµική πορεία της υπόθεσης. Δεν πρέπει, δηλαδή, να συγχέεται η βούληση και µόνο του εισαγγελέα πληµµελειοδικών περί παραποµπής του εγκαλουµένου προσώπου/υπόπτου στο ακροατήριο, η οποία εξωτερικεύεται µε την προαναφερθείσα επισηµείωση στη σχετική δικογραφία, µε την υλοποίηση αυτής (της παραποµπής) διά της επίδοσης κλητηρίου θεσπίσµατος.

Τελικά, παραποµπή και κλήτευση επέρχονται µε µία πράξη, την κλήτευση µε το κλητήριο θέσπισµα. Εποµένως, προκειµένου να γίνει αντιληπτή και σε πρακτικό επίπεδο η ακολουθούµενη διαδικασία, ο εισαγγελέας, αφού µελετήσει τη δικογραφία, παράλληλα µε την ανωτέρω υπηρεσιακή - εσωτερικής φύσεως - ενέργειά του (επισηµείωση επί του φακέλου της δικογραφίας της πρώτης έκφρασης παραποµπής), σηµειώνει τα αποδεικτικά µέσα τα οποία θα χρησιµοποιηθούν κατά την ακροαµατική διαδικασία. Ειδικότερα, αναγράφει τη φράση «να κληθεί», στις καταθέσεις των ουσιωδών µαρτύρων, την παρουσία των οποίων στο ακροατήριο κρίνει απαραίτητη και τη φράση «να αναγνωσθεί», στα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, που κρίνει ότι πρέπει να αναγνωσθούν κατά την ακροαµατική διαδικασία. Εν συνεχεία, συντάσσει σχέδιο κατηγορητηρίου, όπου διαλαµβάνονται τα πραγµατικά περιστατικά της κατηγορίας και οι διατάξεις που την προβλέπουν, το οποίο και εισάγει στη δικογραφία. Ακολούθως, η δικογραφία παραδίδεται στα αρµόδια τµήµατα της

Σελ. 19

γραµµατείας της εισαγγελίας (για την ηλεκτρονική ενηµέρωση της δικονοµικής πορείας της δικογραφίας, ώστε να είναι ευχερής η παρακολούθησή της, την καθαρογραφή του κατηγορητηρίου κ.τ.λ.) και αφού συµπληρωθούν τα ελλίποντα από το κατηγορητήριο αλλά αξιούµενα από το άρθρο 321 ΚΠΔ στοιχεία, το κατηγορητήριο θα «µετουσιωθεί» σε κλητήριο θέσπισµα, το οποίο θα επιδοθεί στον κατηγορούµενο. Μετά την καθαρογραφή του κατηγορητηρίου για την απαγγελία της κατηγορίας από την έδρα, τούτο (το κατηγορητήριο) συνοδεύει τη δικογραφία ως εισαγωγικό έγγραφο.

Η ορθή θέση ότι πριν από την επίδοση, το συνταχθέν κλητήριο θέσπισµα, ακόµα και εάν έχει νοµοτύπως καταρτισθεί, από µόνο του δεν παράγει καµία απολύτως εξωτερικευµένη δικονοµική ενέργεια, επιβεβαιώνεται από τη ρύθµιση που προβλέπεται στο άρθρο 2 του ΑΝ 86/1967, που προστέθηκε µε το άρθρο 20 Ν. 2721/1999, το οποίο ορίζει ότι: «Σε περίπτωση εξόφλησης και εφόσον δεν έχει επιδοθεί κλητήριο θέσπισµα στον κατηγορούµενο, οι δικογραφίες τίθενται στο αρχείο µε διάταξη του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών, η οποία εγκρίνεται από τον Εισαγγελέα Εφετών». Εποµένως, ακόµα και εάν η δικογραφία έχει «φύγει» από τα χέρια του εισαγγελέα, σε περίπτωση που οι οικείοι ασφαλιστικοί οργανισµοί ενηµερώσουν τον αρµόδιο εισαγγελέα για την εξόφληση της οφειλής προ της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσµατος, ο εισαγγελέας οφείλει να αναζητήσει την δικογραφία και να τη θέσει στο αρχείο ως ο νόµος ορίζει.

Η σύνταξη του κατηγορητηρίου αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ποινική δίκη, γι’ αυτό και πρέπει να αποτελεί έργο µεγάλης προσοχής και περίσκεψης του αρµόδιου εισαγγελέα που φέρει την ευθύνη της σύνταξής του. Ο υφέρπων ισχυρισµός ότι στην πράξη το κατηγορητήριο συνήθως συντάσσεται από

Σελ. 20

υπαλλήλους της γραµµατείας της Εισαγγελίας δεν εκφράζει παρά µόνο µία αυθαίρετη υποκειµενική άποψη. Η διατυπωθείσα θέση ότι «ο εισαγγελέας απλώς θεωρεί και υπογράφει το κατηγορητήριο» αποτελεί επικίνδυνη γενίκευση. Εξάλλου, δεν χωρεί αµφιβολία ότι την ευθύνη της µελέτης, του χειρισµού, της επεξεργασίας, του ελέγχου της νοµικής πληρότητας και τελικά της απόδοσης συγκεκριµένης κατηγορίας σε συγκεκριµένο πρόσωπο, κατόπιν ενδελεχούς µελέτης της δικογραφίας, την έχει ο εισαγγελέας, ο οποίος αναλαµβάνει και την ευθύνη που συνεπάγεται η θέση της τιθέµενης υπογραφής του, αρχικά κάτω από την παραπεµπτική σηµείωση στον φάκελο της δικογραφίας, ακολούθως δε κάτω από το συνταχθέν κατηγορητήριο. Εξάλλου, οι υπάλληλοι του τµήµατος κατηγορητηρίων δεν δύνανται να ελέγχουν τη νοµική πληρότητα των κατηγορητηρίων. Ακόµα και στις πιο απλές υποθέσεις, ο επεξεργασθείς την δικογραφία εισαγγελέας, οφείλει να αναγράφει επί απλού σηµειώµατος, που φέρει την χρονολογία και την υπογραφή του, τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, όπως τον τόπο και χρόνο τέλεσης της πράξης, τα αναγνωστέα έγγραφα, τις ποινικές διατάξεις κατηγορίας και τα πραγµατικά περιστατικά που θεµελιώνουν εκάστη των κατηγορουµένων πράξεων.

Η ρύθµιση του άρθρου 43 παρ. 1 του ισχύοντος ΚΠΔ θεµατίζει τους τρόπους κίνησης της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα. Έτσι προβλέπεται ότι ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη: α) µε παραγγελία για ανάκριση, β) µε εισαγωγή της υπόθεσης µε απευθείας κλήση του κατηγορουµένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται, γ) µε διαβίβαση της δικογραφίας στον εισαγγελέα εφετών στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 43 ΚΠΔ, σε σχέση µε τα πληµµελήµατα των προσώπων του άρθρου 110 περ. δ΄ ΚΠΔ, όπου η κίνηση της δίωξης λαµβάνει χώρα µε τη διαβίβαση της δικογραφίας και σχεδίου κλητηρίου θεσπίσµατος από τον εισαγγελέα πληµµελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, και δ) µε υποβολή της αίτησης για την έκδοση ποινικής διαταγής (αρ. 409 ΚΠΔ). -

Back to Top