ΤΟ ΝΕΟ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ο νέος Ν 4738/2020 με εισαγωγικές παρατηρήσεις - Ενημέρωση με τους Ν 4818 και 4821/2021
- Έκδοση: 6η 2021
- Σχήμα: 14x21
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 872
- ISBN: 978-960-654-541-2
- Black friday εκδόσεις: 10%
| Περιεχόμενα | |
| ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΗΝ 6η ΕΚΔΟΣΗ | Σελ. 1 |
| ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ 5η ΕΚΔΟΣΗ | Σελ. 9 |
| ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ 4η ΕΚΔΟΣΗ | Σελ. 44 |
| ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ 3η ΕΚΔΟΣΗ | Σελ. 66 |
| ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ 2η ΕΚΔΟΣΗ | Σελ. 99 |
| Ι. ΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ | |
| Α. ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ | |
| [1] Ν 4738/2020 | |
| Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις | Σελ. 117 |
| ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΥΠΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ | |
| [1.1.] ΚΥΑ ΟικΑναπτΕπενδΕργΚοινΥποθ 67360 ΕΞ /8.6.2021 | |
| Ρύθμιση τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων της διαδικασίας διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου του βιβλίου πρώτου Ν 4738/2020 (Α΄ 207) | Σελ. 335 |
| [1.2.] ΚΥΑ ΟικΑναπτΕπενδΕργΚοινΥποθ 74694 ΕΞ /23.6.2021 | |
| Τροποποίηση του περιεχομένου της αίτησης και του καταλόγου των στοιχείων, εγγράφων και δικαιολογητικών των άρθρων 9 και 10 του Ν 4738/2020 (Α’ 207) στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Δευτέρου του Βιβλίου πρώτου | Σελ. 357 |
| [1.3.] ΚΥΑ ΟικΕργΚοινΥποθ 66468 ΕΞ /4.6.2021 | |
| Διαδικασία επιβεβαίωσης της βιωσιμότητας ή φερεγγυότητας του οφειλέτη, κατά περίπτωση, και διαδικασίας κατάρτισης της διμερούς σύμβασης αναδιάρθρωσης | Σελ. 359 |
| [1.4.] ΚΥΑ ΟικΨηφΔιακΕπικ 76219 ΕΞ/25.6.2021 | |
| Καθορισμός των τεχνικών λεπτομερειών που αποτελούν τις λειτουργικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του Ν 4738/2020 «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 207) | Σελ. 368 |
| [1.5.] ΚΥΑ Οικ ΑναπτΕπεν 77697 ΕΞ /29.6.2021 | |
| Καθορισμός του περιεχομένου της σύμβασης στην οποία υποχρεούνται να προσχωρήσουν οι χρηματοδοτικοί φορείς προκειμένου να δικαιούνται να καταστούν συμμετέχοντες πιστωτές, στο πλαίσιο της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του Κεφ. Α’ του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Βιβλίου (άρθρα 5-30) του Ν 4738/2020. | Σελ. 473 |
| [1.6.] ΥΑ Οικ 26411 ΕΞ /3.4.2021 | |
| Καθορισμός διαδικασίας και ηλεκτρονικών προδιαγραφών της ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τη διεξαγωγή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μεταξύ των πιστωτών για την έγκριση σχεδίου συμφωνίας εξυγίανσης στο πλαίσιο του Ν 4738/2020 (Α’ 207) «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» | Σελ. 494 |
| [1.7.] ΥΑ Δικ 11223/3.3.2021 | |
| Κατάρτιση ολοκληρωμένου καταλόγου ελέγχου για τις αιτήσεις επικύρωσης συμφωνιών εξυγίανσης | Σελ. 506 |
| [1.8.] ΥΑ Οικ 26400 ΕΞ /3.3.2021 | |
| Καθορισμός του ελάχιστου περιεχομένου της προβλεπόμενης στο άρθρο 48 του Ν 4738/2020 (Α’ 207) έκθεσης του εμπειρογνώμονα, καθώς και των διαδικασιών που πρέπει να τηρήσει για την κατάρτιση της έκθεσής του | Σελ. 524 |
| [1.9.] ΚΥΑ ΟικΑναπτΕπενδ 17290 ΕΞ /10.2.2021 | |
| Διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο Εμπειρογνωμόνων του άρθρου 65 Ν 4738/2020 (Α’ 207) | Σελ. 546 |
| [1.10.] ΚΥΑ ΟικΔικ 44809 ΕΞ /13.4/2021 | |
| Τήρηση επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών των υπαλλήλων των πλειστηριασμών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν 4738/2020 (Α’ 207) | Σελ. 550 |
| [1.11.] ΥΑ Δικ 16106/ 22.3.2021 | |
| Καθορισμός των ειδικότερων όρων λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού, των λεπτομερειών υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, της διαδικασίας πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών στα συστήματα, καθώς και κάθε σχετικής λεπτομέρειας | Σελ. 551 |
| [1.12.] ΚΥΑ ΟικΕργΚοινΥποθ 44510 ΕΞ /12.4.2021 | |
| Διαδικασία διαγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης κατά περίπτωση, λόγω της απαλλαγής του οφειλέτη σύμφωνα με τα άρθρα 192 και 196 του Ν 4738/2020 «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 207) | Σελ. 556 |
| [1.13.] ΕΕΤΕ 185/1/09.03.2021 | |
| Θέσπιση πλαισίου υποχρεώσεων των χρηματοδοτικών φορέων, δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 209 του Ν 4738/2020 | Σελ. 561 |
| [1.14.] ΚΥΑ ΔικΟικ 44898 ΕΞ/13.4.2021 | |
| Oργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής Διαχείρισης Αφερεγγυότητας | Σελ. 568 |
| [1.15.] ΚΥΑ ΟικΔικ 44948 ΕΞ /13.4. 2021 | |
| Κανονισμός λειτουργίας των Πειθαρχικών Συμβουλίων που προβλέπονται στον Ν 4738/2020 | Σελ. 573 |
| [1.16.] ΚΥΑ ΟικΔικ 44925 ΕΞ /13.4.2021 | |
| Μεταφορά των εγγραφών από το τηρούμενο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας σύμφωνα με το ΠΔ 133/2016 (Α’ 242) στο Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων του άρθρου 234 του Ν 4738/2020 και στο Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας του άρθρου 236 Ν 4738/2020 | Σελ. 582 |
| [1.17.] ΥΑ Οικ 40625 ΕΞ/ 5.4.2021 | |
| Καθορισμός των όρων και των προϋποθέσεων πιστοποίησης των φορέων επιμόρφωσης, καθώς και επιμόρφωσης των διαχειριστών αφερεγγυότητας | Σελ. 584 |
| [1.18.] ΥΑ Δικ 17192οικ/2.4.2021 | |
| Καθορισμός φορέων, όρων και προϋποθέσεων ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης των Διαχειριστών Αφερεγγυότητας του Ν 4738/2020 «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 207) | Σελ. 587 |
| [2] ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2019/1023 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 20ής Ιουνίου 2019 | |
| περί πλαισίου για την προληπτική αναδιάρθρωση, την απαλλαγή από τα χρέη και τις ανικανότητες ή την έκπτωση οφειλετών, καθώς και περί μέτρων βελτίωσης των διαδικασιών αυτών, και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα) | Σελ. 591 |
| B. ΠΡΟΪΣΧΥΣΑΝ ΔΙΚΑΙΟ | |
| [3] Ν 3588/2007 | |
| Πτωχευτικός Κώδικας | Σελ. 641 |
| ΙΙ. ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ | |
| Α. ΕΝΔΟΕΝΩΣΙΑΚΕΣ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ | |
| [4] Κανονισμός (ΕΕ) 2015/848 του Συμβουλίου | |
| της 20.5.2015 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας | Σελ. 717 |
| [5] Ν 4364/2016 | |
| Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25.11.2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 της Oδηγίας 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.4.2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 (ΕΕ), αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16.11.2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις | Σελ. 779 |
| [6] Ν 3458/2006 | |
| Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις | Σελ. 813 |
| Β. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ | |
| [7] Ν 3858/2010 | |
| Προσαρμογή του Ελληνικού Δικαίου στο πρότυπο νόμου του έτους 1997 για τη «Διασυνοριακή πτώχευση» της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο και άλλες διατάξεις | Σελ. 829 |
| Αλφαβητικό ευρετήριο | Σελ. 845 |
Σελ. 1
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΗΝ 6η ΕΚΔΟΣΗ
Ο ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ Ν 4818/2021 ΚΑΙ Η ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ
ΝΕΟΥ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ
(Ν 4738/2020)
Ο πρόσφατος Ν 4818/2021 (ΦΕΚ α΄ 124/18.7.2021), μεταξύ άλλων, περιέχει διατάξεις που τροποποιούν σε ορισμένα σημεία το νέο πτωχευτικό κώδικα, Ν 4738/2020. Ο νόμος αυτός κυοφορήθηκε τουλάχιστον επί πεντάμηνο και έχει ως αντικείμενο μάλλον ελάσσονες βελτιώσεις του νέου νόμου, χωρίς να αποτελεί μια γενικότερη αναθεώρηση τούτου, κάτι που θα χρειαζόταν κάποια ευρύτερη συζήτηση και μελέτη – και οπωσδήποτε κάποιο χρόνο δοκιμής των νέων συλλογικών διαδικασιών, ώστε να εντοπισθούν οι αδυναμίες τους. Σκοπός των διατάξεων του νόμου αυτού συνεπώς ήταν μάλλον η αντιμετώπιση «παιδικών ασθενειών», που εμφανίστηκαν μετά την ψήφιση του νέου νόμου, καθώς και η διόρθωση ορισμένων lapsus που είχαν εμφιλοχωρήσει. Στο παρόν σημείωμα επισημαίνονται ορισμένες από τις τροποποιήσεις που επέφερε στο νέο Κώδικα ο Ν 4818/2021.
Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών
Ένας ικανός αριθμός μεταβολών, άνισης σημασίας, επήλθε στο κεφάλαιο για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, μια διαδικασία στην οποία ο νομοθέτης φαίνεται να επένδυσε πολλά. Η σημασία των μεταβολών αυτών ποικίλει, με σημαντικότερες εκείνες που αφορούν τις προϋποθέσεις τεκμαιρόμενης συναίνεσης του Δημοσίου ή των ΦΚΑ σε πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης, στις οποίες δεν έγινε αποδεκτή η πρόταση αναδιάρθρωσης που προέκυψε από το υπολογιστικό εργαλείο (νέα παρ. 4 του άρθρου 21 του νέου Κώδικα), καθώς και η επιδότηση καταβολής δόσεων (άρθρο 28 παρ. 2). Προβλέπεται επίσης το δικαίωμα των χρηματοδοτικών φορέων να ρυθμίζουν δάνεια οποιουδήποτε είδους προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ασφαλίζονται με την εγγύηση του Δημοσίου (νέα παρ. 4 του άρθρου 30). Προστέθηκε διάταξη κατά την οποία η υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης γίνεται με μηχανικό μέσο ή με ηλεκτρονικό τρόπο και ισοδυναμεί με ηλεκτρονική υπογραφή. Η σύμβαση αναδιάρθρωσης έχει
Σελ. 2
ισχύ ιδιωτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 160 ΑΚ και 443 ΚΠολΔ, «με πλήρη αποδεικτική ισχύ ως προς την κατάρτιση και το περιεχόμενο της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 445 ΚΠολΔ» (νέο άρθρο 14 παρ. 2).
Στο άρθρο 71 παρ. 2Α προστέθηκε η δυνατότητα των χρηματοδοτικών φορέων που κατά τη διακριτική τους ευχέρεια δεν κάνουν χρήση του υπολογιστικού εργαλείου να υποβάλουν παρά ταύτα πρόταση ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή οι φορείς οφείλουν να συναξιολογήσουν την ικανότητα συνεισφοράς στην αποπληρωμή των οφειλομένων από τους συνοφειλέτες, όπως και την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων αυτών, με βάση δικό τους υπολογιστικό εργαλείο (άρθρο 71 παρ. 2Α).
Εξυγίανση
Μεταξύ άλλων, στο άρθρο 31 έγινε παρέμβαση στον ορισμό της διαδικασίας εξυγίανσης, και συγκεκριμένα στο ενδεχόμενο της χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών, που αποτελεί αρνητικό κριτήριο του επιτρεπτού της συμφωνίας. Διευκρινίζεται ότι οι πιστωτές που έχουν κυριότητα επί πράγματος ή είναι εκδοχείς απαιτήσεων, π.χ. στο πλαίσιο leasing ή factoring, και άρα ικανοποιούνται από τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, δεν μπορούν να υποχρεωθούν να λάβουν ποσά μικρότερα από αυτά που θα ελάμβαναν ή θα λάβουν ασκώντας τα συμβατικά τους δικαιώματα σε σχέση με τα υποκείμενα περιουσιακά αυτά στοιχεία. Βλ. και υποπερ. i της περ. ζβ του άρθρου 71 παρ. 2.
Σε σχέση με τους συμβαλλομένους στη συμφωνία εξυγίανσης, περιορίζεται η λεγόμενη «επιθετική εξυγίανση» (άρθρο 34 παρ. 2): Συμφωνία που συνάπτεται μόνο από πιστωτές, χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτη, είναι επιτρεπτή μόνο όταν ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, όχι και σε άλλες περιπτώσεις που ίσχυαν προηγουμένως, όπως η απώλεια των 9/10 του κεφαλαίου και η μη υποβολή οικονομικών καταστάσεων. Ορίζεται επίσης (άρθρο 37 παρ. 1) με ποιες προϋποθέσεις το Δημόσιο, ν.π.δ.δ., δημόσιες επιχειρήσεις και ΦΚΑ μπορούν να συναινούν στη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης, ενώ αποσαφηνίζεται η διάταξη σχετικά με την απαλλαγή από την ευθύνη υπαλλήλων για την υπογραφή συμφωνίας εξυγίανσης (άρθρο 38).
Πτώχευση
Ο Ν 4818/2021 περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις για την πτώχευση, όχι όλες σπουδαίες. Π.χ. το τεκμήριο της παύσης πληρωμών, όταν η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωση του οφειλέτη προς Δημόσιο κ.λπ. υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ (άρθρο 77 παρ. 2) ορίζεται ότι είναι μαχητό, κάτι που και χωρίς τη διάταξη θα ήταν. Επίσης το όριο, πέραν του οποίου τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη προστίθενται στην πτωχευτική περιουσία, ορίζεται ως το ποσό που υπερβαίνει τις ετήσιες εύλογες δαπάνες διαβίωσης ή (και εδώ υπάρχει τροποποίηση του άρθρου 92 § 2 του Κώδικα) το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου κατά την παρ. 2 του άρθρου 31 του Κώδικα
Σελ. 3
Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (αντί του ακατάσχετου του ΚΠολΔ). Άλλες τροποποιήσεις αφορούν τη διαδικασία ρευστοποίησης: Για την περίπτωση συνολικής εκποίησης του ενεργητικού της επιχείρησης ορίζεται ότι εντός πέντε ημερών από τη δημοσίευση της έκθεσης του άρθρου 8 (ορθό: της παρ. 8 του άρθρου 158), ο πλειοδότης υποχρεούται να καταθέσει, σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό λογαριασμό του συνδίκου ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας εγγυοδοσία ίση προς το τίμημα που προσέφερε, άλλως ο σύνδικος καταρτίζει νέα έκθεση στην οποία αναφέρεται ως πλειοδότης όποιος προσέφερε την πλησιέστερη προσφορά προς αυτήν του αρχικού πλειοδότη (νέα παρ. 9 του άρθρου 158). Υπάρχουν και διατάξεις με μικροτροποποιήσεις για διόρθωση διαφόρων lapsus.
Οι συμβάσεις στην πτώχευση
Το κύριο ζήτημα, στο οποίο υπήρξε συνολικότερη παρέμβαση είναι η τύχη των συμβάσεων μετά την πτώχευση. Πάντως η αναμόρφωση των σχετικών άρθρων 103, 104, 106, 107 και 109 δεν υπήρξε ριζική και στηρίζεται, όπως και η αρχική ρύθμιση του νέου Κώδικα, στο σχεδιασμό με την πτωχευτική απόφαση της διαδικασίας, ανάλογα δηλ. με το αν η επιχείρηση του οφειλέτη (ή οι κλάδοι της) πρόκειται να εκποιηθεί ως σύνολο ή χωριστά κατά τα αντικείμενά της. Η διαφοροποιημένη μεταχείριση των συμβάσεων δεν ήταν γνωστή στο προγενέστερο δίκαιο (του Πτωχευτικού Κώδικα), μολονότι και εκεί υπήρχε η δυνατότητα χωριστής ή συνολικής εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας. Σύμφωνα με τη λογική του νέου Κώδικα η διαφοροποίηση αυτή στηρίζεται στη σκέψη ότι, αν η ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας λάβει χώρα με εκποίηση των κατ’ ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, δεν συντρέχει a priori λόγος διατήρησης των συμβάσεων. Αντίθετα, αν στην πτωχευτική απόφαση προβλέφθηκε η εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, η χρησιμότητα διατήρησης των συμβάσεων είναι προφανής, διότι συχνά η ύπαρξη και η διατήρηση της επιχείρησης εξαρτάται από τις συμβάσεις με τις οποίες λειτουργεί. Έτσι λοιπόν, η αρχική ρύθμιση του νέου Κώδικα (άρθρο 103 § 1) προέβλεπε ότι, αν προγραμματίστηκε χωριστή εκποίηση, η κήρυξη της πτώχευσης προκαλούσε την «αυτόματη και αζήμια» λύση όλων των εκκρεμών και διαρκών συμβάσεων. Η λύση αυτή λάμβανε χώρα την εξηκοστή ημέρα από την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος όμως είχε ευρείες εξουσίες: Μπορούσε να αφήσει την προθεσμία να παρέλθει και να λυθεί η σύμβαση· μπορούσε να δηλώσει ότι επιθυμεί την άμεση λύση της ή και τη συνέχισή της, το τελευταίο με την προϋπόθεση ότι η κάθε σύμβαση εξυπηρετούσε την ομαλή εξέλιξη των εργασιών της πτώχευσης ή τη βελτίωση της αξίας ρευστοποίησης των στοιχείων του ενεργητικού. Ερμηνευτικά μπορούσε να γίνει ακόμη δεκτή και η δυνατότητα του συνδίκου να λύσει τις συμβάσεις, αλλά με άλλη προθεσμία, μικρότερη των 60 ημερών.
Διαφορετική, όπως ελέχθη, ήταν η περίπτωση της συνολικής εκποίησης. Το άρθρο 103 § 3 όριζε ότι στην περίπτωση αυτή εφαρμογή έχουν όχι το άρθρο 103 § 1, αλλά τα άρθρα «104 έως και 108». Και πράγματι το άρθρο 104 επιφύλασσε ειδική
Σελ. 4
μεταχείριση για τις συμβάσεις της περίπτωσης αυτής, η οποία κατ’ ουσίαν ταυτιζόταν με τη μεταχείριση των εκκρεμών συμβάσεων κατά το άρθρο 29 του προϊσχύσαντος ΠτΚ. Οι συμβάσεις αυτές δηλ. διατηρούσαν την ισχύ τους, αλλά ο σύνδικος μπορούσε να υποκαταστήσει την ομάδα των πιστωτών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σύμβασης. Η ρύθμιση αυτή ήταν αυτοτελής, αν και από νομοθετική αδεξιότητα το άρθρο 104 § 1 του νέου Κώδικα αναφερόταν στην περίπτωση όπου ο σύνδικος επέλεγε τη συνέχιση των εκκρεμών συμβάσεων «κατά την παρ. 1 του άρθρου 103», ένα νομοθετικό ατόπημα που είχε ήδη επισημανθεί μετά την θέση σε ισχύ του νέου κώδικα και που ο Ν 4818/2021 διόρθωσε.
Μετά το Ν 4818/2021 η εικόνα δεν άλλαξε πολύ. Για μεν τις περιπτώσεις χωριστών εκποιήσεων ο Ν 4818/2021 ουσιαστικά επανέλαβε τον κανόνα του άρθρου 103 § 1, δηλ. τη λύση των συμβάσεων την εξηκοστή ημέρα, πλην αντίθετης δήλωσης του συνδίκου. Οι περιπτώσεις των συνολικών εκποιήσεων είναι πιο ενδιαφέρουσες, αφού μετακινήθηκαν από το άρθρο 104 στο άρθρο 103 § 2. Ενώ όμως το άρθρο 104 § 1 προέβλεπε αδέξια την περίπτωση που ο σύνδικος επέλεγε τη συνέχιση των εκκρεμών συμβάσεων «κατά την παρ. 1 του άρθρου 103», το νέο άρθρο 103 § 2 προβλέπει πλέον την περίπτωση όπου η πτωχευτική απόφαση προβλέπει τη συνολική εκποίηση. Τότε λοιπόν, οι μεν συμβάσεις δεν λύονται, ο δε σύνδικος δικαιούται εγγράφως να δηλώσει στον αντισυμβαλλόμενό του (ορθότερα: στον αντισυμβαλλόμενο) ότι υποκαθιστά την ομάδα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη. Η λοιπή ρύθμιση επαναλαμβάνει εκείνη του άρθρου 104 § 2 του νέου Κώδικα, κατά την οποία αν ο σύνδικος ολιγωρεί, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να του τάξει 30ήμερη προθεσμία, μετά την παρέλευση της οποίας ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να ικανοποιηθεί ως πτωχευτικός πιστωτής. Σημαντικό είναι να παρατηρηθεί ότι κατά το νέο άρθρο 104, οι συνεχιζόμενες κατά το άρθρο 103 συμβάσεις παράγουν ομαδικά πιστώματα.
Τελικά συνεπώς οι ρυθμίσεις (ανάλογα με τις περιπτώσεις συνολικής ή χωριστής εκποίησης) δεν διαφέρουν πολύ και θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς ποια είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο συστημάτων, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο σύνδικος μπορεί είτε να αφήσει μια σύμβαση να λυθεί, είτε να τη συνεχίσει μέσω της υποκατάστασης. Η απάντηση φαίνεται να είναι ότι για να συνεχισθεί σύμβαση σε σύστημα χωριστής εκποίησης, θα πρέπει ο σύνδικος να κρίνει, κατά το νόμο, ότι η συνέχιση εξυπηρετεί την ομαλή εξέλιξη των εργασιών της πτώχευσης ή τη βελτίωση της αξίας ρευστοποίησης των στοιχείων του ενεργητικού. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο σύνδικος δεν δικαιούται να προβεί σε συνέχιση της σύμβασης. Σε σύστημα όμως συνολικής εκποίησης η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει.
Συμβάσεις εργασίας
Διαφορές μεταξύ των Ν 4738/2020 και 4818/2021 εντοπίζονται και στην περίπτωση των συμβάσεων εργασίας (άρθρο 109). Ο Ν 4738/2020 προέβλεπε στο άρθρο
Σελ. 5
103 § 2 ότι για τις συμβάσεις εργασίας ισχύουν οι γενικοί κανόνες, ανάλογα με το αν έχει διαταχθεί η συνολική ή η χωριστή εκποίηση. Προέβλεπε επίσης ότι ο σύνδικος μπορούσε να ζητήσει από τον εισηγητή και τη συνέλευση των πιστωτών τη συνέχισή τους μέσω κατάρτισης νέων συμβάσεων, με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Οι διατάξεις αυτές δεν επαναλήφθηκαν στο Ν 4818/2021, το άρθρο όμως 109 περιέχει πλέον περισσότερες διατάξεις για τις συμβάσεις εργασίας. Συγκεκριμένα προβλέπει (όπως προέβλεπε και προηγουμένως) ότι για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης, ενώ με μεταφορά της παλιάς παρ. 2 εδ. γ’ του άρθρου 103 του νέου Κώδικα στο άρθρο 109 ορίζεται ότι η λύση της σύμβασης εργασίας κατά το άρθρο 103 (σε κάθε περίπτωση δηλ. εκποίησης, συνολικής ή χωριστής), ισοδυναμεί με καταγγελία και άρα αποτελεί γενεσιουργό λόγο καταβολής αποζημίωσης. Τέλος οι παρ. 2 (παλιά) και 3 (όπως συμπληρώθηκε με το Ν 4818/2021) ορίζουν ποιες εργατικές αξιώσεις αποτελούν πτωχευτικά και ποιες ομαδικά πιστώματα. Η παρ. 2 όριζε ότι οι απαιτήσεις των εργαζομένων που γεννήθηκαν μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης είναι πτωχευτικές, η παρ. 3 όμως διευκρίνισε ότι όσες γεννήθηκαν μετά την κήρυξη (περιλαμβανομένης της αποζημίωσης από μεταγενέστερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας), ικανοποιούνται ως ομαδικά πιστώματα.
Άλλες ρυθμίσεις για τις συμβάσεις
Τέλος, ο Ν 4818/2021 στα τροποποιούμενα άρθρα 106 και 107 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τις διαρκείς συμβάσεις (μη λήγουσες, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο νόμο), τις συμβάσεις που προβλέπουν (ανεπίτρεπτα) ότι λύονται σε περίπτωση πτώχευσης (ρήτρες “ipso facto”), το νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα καταγγελίας (διατηρείται το δικαίωμα), τις συμβάσεις προσωπικού χαρακτήρα (λύονται), τις χρηματοοικονομικές συμβάσεις (διατηρούνται) και εκείνες που λύονται με βάση ειδική διάταξη νόμου.
Πτωχεύσεις «μικρού αντικειμένου»
Όπως είναι γνωστό, ο νέος κώδικας περιέλαβε διατάξεις για τις «πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου» (άρθρα 173 επ.), που κηρύσσονται και διεξάγονται με απλοποιημένο τρόπο. Ο ορισμός των πτωχεύσεων αυτών επαναπροσδιορίστηκε, πάντοτε μεν με βάση το άρθρο 2 Ν 4308/2014, όχι όμως με χρήση του ενός από τα τρία κριτήρια (ενεργητικό, κύκλος εργασιών, προσωπικό), με τα οποία προσδιορίζονταν οι πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, αλλά με χρήση δύο από τα κριτήρια αυτά, όπως ορίζει πλέον η παρ. 2 του παραπάνω άρθρου 2.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 επ., η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται από τον έχοντα το δικαίωμα διαδικτυακά, μέσω δηλ. του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας (ΗΜΦ). Στην αρχική του μορφή ο νέος κώδικας δεν όριζε αν η αίτηση πρέπει να κοινοποιηθεί στον οφειλέτη (αν και αυτό ήταν αυτονόητο,
Σελ. 6
τόσο για συνταγματικούς λόγους, όσο και διότι κατά το άρθρο 78 παρ. 2 στις πτωχεύσεις αυτές «κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των υπολοίπων Μερών του Δεύτερου Βιβλίου» – άρα και το άρθρο 78 παρ. 5). Ο Ν 4818/2021 διευκρίνισε στο άρθρο 173 παρ. 1 ότι η αίτηση πρέπει να κοινοποιηθεί εντός 15 ημερών από τη δημοσιοποίησή της στο ΗΜΦ. Από την ίδια διάταξη συνάγεται ερμηνευτικά ότι σκοπός της είναι «να αποσαφηνίσει ότι δικαίωμα παρέμβασης έχει και ο οφειλέτης» (έτσι η αιτιολογική έκθεση, υπό 173).
Απαλλαγή
Ορισμένες ελάσσονες τροποποιήσεις στο κεφάλαιο της απαλλαγής αφορούν τους λόγους προσφυγής κατά της απαλλαγής (άρθρο 193 παρ. 1), στην περίπτωση δε εκπροσώπου νομικού προσώπου, τον προσδιορισμό του φυσικού προσώπου, που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη, καθώς και της ύποπτης περιόδου (άρθρο 195 παρ. 1). Επίσης αναμορφώθηκε το άρθρο 196 και ορίζεται ότι η απαλλαγή, είτε κατά το άρθρο 193 είτε το άρθρο 195 συνεπάγεται την άμεση και αυτοδίκαιη κατάργηση κάθε εκκρεμούς διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης ή άλλης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλετών φυσικών προσώπων ή εκπροσώπων και διοικούντων νομικών προσώπων, αντίστοιχα.
Λοιπές διατάξεις
Ο Ν 4818/2021 περιέχει επίσης τροποποιήσεις άρθρων που αφορούν το status των διαχειριστών αφερεγγυότητας και την Επιτροπή Διαχείρισης Αφερεγγυότητας.
Ζητήματα μεταβατικού δικαίου
Οι διατάξεις του Ν 4818/2021 δεν μετέβαλαν το βασικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής του νέου κώδικα. Επομένως ισχύουν οι δύο βασικές ημερομηνίες έναρξης ισχύος, δηλ. η 1.3.2021 για την πτώχευση και τη διαδικασία εξυγίανσης και η 1.6.2021 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου και τους ευάλωτους οφειλέτες. Από τις αντίστοιχες ημερομηνίες και μετά οι διαδικασίες του νέου κώδικα αρχίζουν και εξελίσσονται με βάση τις νέες διατάξεις, όπως εισάγονται με το Ν 4818/2021. Σύμφωνα με το άρθρο 66 ο νέος νόμος ισχύει ήδη από την 1.7.2021, ημέρα κατάθεσης του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή, ενώ η δημοσίευση στο ΦΕΚ έλαβε χώρα την 18.7.2021. Ο νέος νόμος δηλ. έχει μια περιορισμένη αναδρομική ισχύ.
Συμπέρασμα
Οι τροποποιήσεις δεν είναι σημαντικές και η γενική φυσιογνωμία του Ν 4738/2020 δεν άλλαξε. Θα ήταν μάλιστα δυνατόν να γίνουν και άλλες βελτιώσεις
Σελ. 7
σε ζητήματα που έχουν ήδη επισημανθεί στη βιβλιογραφία. Ελπίζεται πάντως ότι ο Ν 4818/2021 δεν θα αποτελέσει την απαρχή αλλεπάλληλων «βελτιώσεων», που θα ματαιώσουν την ενότητα και τη μέθοδο του νέου Κώδικα, προτού εφαρμοστεί και δοκιμαστεί στην πράξη.
Ευάγγελος Περάκης
Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος
Σελ. 9
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ 5η ΕΚΔΟΣΗ
ΟΙ ΝΕΕΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 4738/2020
Η «ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗΣ
ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ» ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Ι.- Εισαγωγικές παρατηρήσεις: η ολιστική και εκ βάθρων
ανακατασκευή του πτωχευτικού δικαίου
Πέμπτη κατά σειρά μείζων απόπειρα κατευνασμού των συνεπειών της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας με την θέσπιση νέων μέτρων πρόληψης -ειδ’ άλλως διαχείρισης- της αφερεγγυότητας, αλλά και περαιτέρω ανταπόκριση του εθνικού δικαίου προς τις οχλήσεις του ενωσιακού, με τον νέο νόμο 4738/2020 επιχειρείται η ολιστική και εκ βάθρων ανακατασκευή του πτωχευτικού δικαίου και, συγχρόνως, μία μεταστροφή από το «δόγμα της πτώχευσης» στο «δόγμα της πλατφόρμας», ως σημείο των καιρών. Παρ’ όλο που η εναρμόνιση του εθνικού πτωχευτικού δικαίου προς το ενωσιακό ήταν αναμενόμενη και είχε ήδη προαναγγελθεί από το 2017, οι δε κατευθύνσεις που θα υιοθετούντο είχαν ήδη αναφανεί με βάση τις προηγηθείσες συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μία εξαντλητική παρουσίαση των νέων ρυθμίσεων και μία έντιμη αξιολόγηση της εισφοράς
Σελ. 10
τους στην ποιότητα του νέου πτωχευτικού δικαίου θα ήταν εσπευσμένες -η εξοικείωση με την νέα φυσιογνωμία του αυτονοήτως προϋποθέτει την παρέλευση κάποιου χρόνου. Ως εκ τούτου, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν πρέπει να εκληφθούν ως αποτέλεσμα μιάς πρώτης ανάγνωσης. Εξ αρχής πάντως μπορούν να σημειωθούν τα εξής: α) Η ολιστική προσέγγιση των νέων ρυθμίσεων νοείται ως συσσώρευση διάσπαρτων νομοθετημάτων του δικαίου της (εμπορικής και αστικής) αφερεγγυότητας και συστέγασή τους υπό την σκέπη του νέου νόμου. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών (των άρθρων 5 και επόμενων του Ν 4738) -μερικώς διαφοροποιημένος- απορροφά τον καταργούμενο Ν 4469/2017 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, η διαδικασία ρευστοποίησης του ενεργητικού (των άρθρων 157 και επόμενων Ν 4738), ως εναλλακτική διαδικασία εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, αποτελεί μεταγραφή της εκκαθαριστικής διαδικασίας των (καταργούμενων) άρθρων 68 και επόμενων του Ν 4307/2014 για την διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, ο καταργούμενος Ν 3869/2010 για την αστική αφερεγγυότητα (την υπερχρέωση δηλαδή των φυσικών προσώπων χωρίς πτωχευτική ικανότητα) ενσωματώνεται, ως πτωχευτικό δίκαιο, στον νέο νόμο, αφ’ ού πλέον η πτωχευτική ικανότητα δεν ταυτίζεται αναγκαστικώς με την εμπορική ιδιότητα, αλλ’ επεκτείνεται σε κάθε φυσικό πρόσωπο (άρθρο 76 Ν 4738), οι διατάξεις του ΠΔ 133/2016 για τους διαχειριστές αφερεγγυότητας επικολλώνται στον νέο νόμο «καθώς συστηματικά ανήκουν» σε αυτόν (άρθρα 227 και επόμενα Ν 4738) χωρίς να καταργείται ρητώς η μεταφερθείσα νομοθεσία, τέλος δε ενσωματώνεται στον Ν 4738 -ουσιαστικώς ωστόσο αλλοιωμένος- ο καταργούμενος Ν 3588/2007 (άρθρα 31 και επόμενα, σχετικά με την κατ’ ουσίαν διατηρούμενη ως είχε, προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, άρθρα 75 και επόμενα για μία σημαντικώς διαφορετική πτώχευση). Με άλλα λόγια η -καθ’ ομολογίαν της αιτιολογικής έκθεσης- βούληση του νομοθέτη είναι η ενοποίηση του πτωχευτικού δικαίου (κυριολεκτικότερα: η ενοποίηση όλων των παραπτωχευτικών, προπτωχευτικών και πτωχευτικών διαδικασιών εμπορικής και αστικής αφερεγγυότητας, και η εφαρμογή τους ανεξαρτήτως της εμπορική ή μη ιδιότητας του οφειλέτη), ως ολιστικού δικαίου της αφερεγγυότητας, το οποίο καλείται να δοκιμάζει με αυτάρκεια την αποτροπή, την πρόληψη ή την διαχείρισή της. Όμοια βούληση (αλλά χωρίς να προσπερνά την εμπορική ιδιότητα του οφειλέτη) είχε εκφράσει και ο νομοθέτης του νόμου 3588/2007 με την επιλογή του να συστεγάσει την προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης (των άρθρων 99 και επόμενα ΠτΚ) και την ενδοπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης με σχέδιο αναδιοργάνωσης
Σελ. 11
(των άρθρων 107 και επόμενων ΠτΚ) μαζί με την πτωχευτική εκκαθάριση κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών (των άρθρων 132 και επόμενων ΠτΚ). Το εγχείρημα της αυτάρκους ενοποίησης του πτωχευτικού δικαίου («ένα βασικό επίτευγμα» του νέου, τότε, ΠτΚ) δεν είχε ωστόσο διάρκεια, εάν υπολογίσει κανείς την μετέπειτα θέσπιση νέων παραπτωχευτικών διαδικασιών. β) Η εκ βάθρων ανακατασκευή του πλαισίου αντιμετώπισης της οικονομικής αδυναμίας, της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών και της απαλλαγής οφειλετών, ως επίσης εκπεφρασμένη στην αιτιολογική έκθεση φιλοδοξία του νομοθέτη, περιορίζεται στο κατ’ εξοχήν πτωχευτικό δίκαιο (των εμπόρων), ως προς το οποίο πράγματι έχουν επέλθει σημαντικές ανατροπές, η εισφορά των οποίων στην ποιοτική αναβάθμιση της πτώχευσης μένει να αποδειχθεί. Δύο είναι, κατά την άποψή μας, οι σημαντικότερες ανατροπές, στις οποίες προβαίνει ο νέος νόμος σχετικά με την πτώχευση: μία πρώτη (και μάλιστα η εξέχουσα) ανατροπή επέρχεται δυνάμει του άρθρου 76 του νόμου, που καθιστά προσβάσιμη την πτωχευτική διαδικασία σε όλα ανεξαιρέτως τα φυσικά πρόσωπα, εμπόρους και ιδιώτες. Εφ΄εξής το γεγονός ότι κάποιο πρόσωπο είναι φυσικό, θα αρκεί για να του προσδίδει άνευ ετέρου την πτωχευτική ικανότητα. Αλλά και περαιτέρω, μία δεύτερη ανατροπή επέρχεται με την επιλογή του νόμου να καταργήσει την ενδοπτωχευτική εξυγίανση με σχέδιο αναδιοργάνωσης -κατάργηση που επιδρά πολλαπλασιαστικά σε άλλα σημεία της πτώχευσης όπως στην αναδιατύπωση του σκοπού της (άρθρο 75 του νόμου, πρώην άρθρο 1 ΠτΚ), στις ρυθμίσεις για τους ενέγγυους πιστωτές (άρθρο 101 παρ. 3 του νόμου, πρώην άρθρο 26 παρ. 3 ΠτΚ), στους τρόπους περάτωσης της πτώχευσης και τους λόγους αναβίωσης νομικών προσώπων (άρθρο 189 του νόμου, πρώην άρθρο 164 ΠτΚ), καθώς και σε άλλα σημεία, στα οποία θα γίνει αναφορά στις οικείες θέσεις. Εξ άλλου, γ)ο νέος νόμος δεν αξιοποίησε την νέα ευκαιρία που του προσφέρθηκε προκειμένου να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις που θα καθιστούσαν το εθνικό δίκαιο συμβατό προς τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου της διασυνοριακής αφερεγγυότητας (του Κανονισμού 2015/848 που αντικατέστησε τον Κανονισμό 1346/2000). Πρόκειται ομολογουμένως για την δεύτερη χαμένη ευκαιρία, διότι ούτε επ’ ευκαιρία της σημαντικής αναμόρφωσής του
Σελ. 12
δυνάμει του Ν 4446/2016 το ελληνικό πτωχευτικό δίκαιο έσπευσε να ενσωματώσει εθνικές ρυθμίσεις αποκλειστικώς προορισμένες να υποδεχθούν εκείνες του κανονισμού, σε όσες περιπτώσεις αυτό θα ήταν αναγκαίο. Συνεπώς ζητήματα εφαρμογής του κανονισμού -όπως θέματα συνεργασίας και συντονισμού συνδίκων και πτωχευτικών δικαστηρίων (ιδίως κατά την διαδικασία αφερεγγυότητας μελών ομίλου εταιριών), οδηγίες χρήσης των πρωτοκόλλων συνεργασίας, ρύθμιση της νεοεισαχθείσας συνθετικής δευτερεύουσας διαδικασίας ως εναλλακτικού μέσου αποφυγής περιφερειακών (εθνικών) πτωχεύσεων, η διαδικασία ανάληψης από τον έλληνα σύνδικο της μονομερούς δέσμευσης του άρθρου 36 Καν 848-, αλλά και περισσότερο τρέχοντα ζητήματα εφαρμογής του κανονισμού -όπως, για παράδειγμα, η συμπερίληψη του συνδίκου της κύριας διαδικασίας μεταξύ των προσώπων που (σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του νέου νόμου, πρώην άρθρο 5 παρ. 1 και 2 ΠτΚ) νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση πτώχευσης ή ο προσδιορισμός των συνεπειών σε βάρος του ημεδαπού συνδίκου, όταν παραβιάζει την υποχρέωση αμοιβαίας συνεργασίας με του άλλους συνδίκους-, είναι ζητήματα, ως προς τα οποία το νέο εθνικό δίκαιο θα έπρεπε να ευρίσκεται σε ετοιμότητα ανταπόκρισής του, οσάκις θα καλείται να είναι το εφαρμοστέο. Τέλος, δ) πέραν των επιφυλάξεων που θα μπορούσαν να διατυπωθούν σχετικά με τον τίτλο του νέου νόμου που εκ πρώτης όψεως παραπέμπει σε τίτλο μίας (ακόμη) παραπτωχευτικής διαδικασίας ρύθμισης οφειλών, το νέο νομοθέτημα βαρύνεται με ορισμένες γλωσσικές αστοχίες, όπως η «ανάκτηση (;)» των πιστωτών (σε πολλά σημεία του νόμου), το Ηλεκτρονικό Μητρώο «Φερεγγυότητας (;)», στο οποίο καταχωρούνται οι αιτήσεις πτώχευσης ή αποφάσεις που την κηρύσσουν ή παύουν τις εργασίες της (άρθρα 84, 86 και αλλού, άρθρο 212-215), η «υπολειμματική αξίωση» των εταίρων ή μετόχων κατά της εταιρίας (άρθρο 35 παρ. 2).
ΙΙ.- Η ύλη του νέου Πτωχευτικού Κώδικα:
η δομή και το περιεχόμενο των νέων ρυθμίσεων
Ο νέος νόμος αποτελείται από πέντε -ουσιαστικώς από τέσσερα βιβλία. Το πέμπτο βιβλίο, η αναφορά στο οποίο παραλείπεται, περιέχει (επί πλέον των επί μέρους μεταβατικών και τροποποιητικών διατάξεων που περιλαμβάνονται, ως καταληκτικό κεφάλαιο, σε κάθε ένα από τα τέσσερα πρώτα βιβλία) τις κοινές τελικές, τροποποιητικές και καταργητικές διατάξεις, καθώς και ζητήματα μεταβατικής εφαρμογής διατάξεων του προïσχύσαντος δικαίου. Οι αναπτύξεις που ακολουθούν, τηρούν την ροή του νομοθετήματος, εστιάζονται κατ’ εξοχήν στα δύο πρώτα βιβλία που περιέχουν τις προληπτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας και την νέα πτωχευτική διαδικασία, αναφέρονται ακροθιγώς στην διαδικασία της
Σελ. 13
προσωρινής προστασίας της πρώτης κατοικίας ευάλωτων οφειλετών που περιέχεται στο τρίτο βιβλίο, τέλος δε ενδεικτικώς εντοπίζουν τις σημαντικότερες (λίγες) τροποποιήσεις που επήλθαν κατά την μεταφορά των ρυθμίσεων περί διαχειριστών αφερεγγυότητας από το νομοθέτημα του ΠΔ 133/2016 στο τέταρτο βιβλίο του νόμου:
Α.- Το Πρώτο Βιβλίο είναι αφιερωμένο στην αποτροπή της αφερεγγυότητας
Α.1) Στο Πρώτο Μέρος του βιβλίου επιχειρείται μία (όλως διεκπεραιωτική) εξαγγελία διαδικασιών έγκαιρης προειδοποίησης οφειλετών σχετικά με το ενδεχόμενο περιέλευσής τους σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Μεταξύ των εργαλείων που θα διατίθενται, περιλαμβάνεται η εγκατάσταση ενός ηλεκτρονικού συστήματος συναγερμού, η ενεργοποίηση του οποίου προειδοποιεί για την ύπαρξη σημείων επερχόμενης οικονομικής επικινδυνότητας τριών βαθμίδων -χαμηλής, μέτριας ή υψηλής εντάσεως. Επί πλέον του ηλεκτρονικού μηχανισμού διάγνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη (οι λειτουργικές προδιαγραφές του οποίου θα καθορισθούν στο μέλλον, άρθρο 70), προβλέπεται η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από κέντρα εξυπηρέτησης δανειοληπτών και επαγγελματικούς φορείς (άρθρα 1 έως και 4), η διαδικασία της παρέμβασης των οποίων επίσης θα καθορισθούν στο μέλλον. Οι ρυθμίσεις αυτές του νόμου περισσότερο σαν τυπική ανταπόκρισή του στην υποχρέωση ενσωμάτωσης των αντίστοιχων επιταγών της οδηγίας μπορούν να χαρακτηρισθούν, παρά σαν εγκατάσταση ενός επεξεργασμένου και ουσιαστικώς αποτελεσματικού μηχανισμού προειδοποίησης των ενδιαφερομένων με εργαλεία έγκαιρης ανίχνευσης δυσκολιών, ικανών να τους οδηγήσουν σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Εν αναμονή βεβαίως των υπουργικών αποφάσεων που θα εκδοθούν, η σύγκριση της περιεχόμενης στα ως άνω άρθρα ρύθμισης με αντίστοιχα παραδείγματα αλλοδαπών νομοθεσιών καθιστά εμφανή την υστέρηση.
Α.2) Το Δεύτερο Μέρος του Πρώτου Βιβλίου καταλαμβάνεται από τις διαδικασίες πρόληψης της αφερεγγυότητας οφειλετών με πτωχευτική ικανότητα. Στην προπτωχευτική διαδικασία αφερεγγυότητας των άρθρων 31 έως και 69 του νόμου (άρθρα 99 και επόμενα του προïσχύσαντος ΠτΚ) προστίθεται -ενσωματωμένη στον νέο νόμο- η (πρώην) παραπτωχευτική διαδικασία του (καταργηθέντος) Ν 4469/2017 υπό την νέα εκδοχή της (εκείνης των άρθρων 5 έως και 30 του νόμου):
Σελ. 14
1.- Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών καλείται να λειτουργεί «ως η πρώτη ευκαιρία αποτροπής της οικονομικής αδυναμίας και υπερχρέωσης», η οποία τίθεται στην διάθεση του οφειλέτη: α) Πρόκειται για αμιγώς εξωδικαστική και εμπιστευτική διαδικασία διαμόρφωσης προτάσεων ρύθμισης οφειλών, η οποία κινείται είτε αυτοβούλως από τον οφειλέτη -φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα- ύστερα από ηλεκτρονικώς υποβαλλόμενη αίτησή του στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, είτε ύστερα από πρωτοβουλία πιστωτών του -χρηματοδοτικών φορέων, φορέων κοινωνικής ασφάλισης, του δημοσίου- να προσκαλέσουν επίσης ηλεκτρονικώς τον οφειλέτη να υποβάλει αίτηση ρύθμισης οφειλών του κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του νόμου. β) Όλη η διαδικασία διενεργείται ηλεκτρονικώς μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων (του άρθρου 29 του νόμου). Προκειμένου ένας χρηματοδοτικός φορέας να θεωρηθεί ως «συμμετέχων πιστωτής» σε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, θα πρέπει να έχει προσχωρήσει στην σύμβαση συμμετοχής στην διαδικασία ρύθμισης οφειλών μέσω της εν λόγω πλατφόρμας (άρθρο 6 παρ. 1 υπό (ι) του νόμου). Το περιεχόμενο της σύμβασης συμμετοχής θα προσδιορισθεί με την εκδοθησόμενη υπουργική απόφαση του άρθρου 71. Μεταξύ των όρων της σύμβασης θα είναι και η αποδοχή από μέρους του συμμετέχοντος χρηματοδοτικού φορέα ότι η συμφωνία δεσμεύει και τους μη συναινούντες εκ των συμμετεχόντων χρηματοδοτικών φορέων, εφ’ όσον δεν περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση από εκείνην, στην οποία θα περιήρχοντο σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη τους (άρθρο 71 παρ. 5 υπό (δ) του νόμου). Το δημόσιο και οι ασφαλιστικοί φορείς καταλαμβάνονται αυτοδικαίως από τον ορισμό των συμμετεχόντων πιστωτών και συμμετέχουν στην διαδικασία της εξωδικαστικής ρύθμισης χωρίς προηγούμενη προσχώρησής τους στην σύμβαση συμμετοχής (άρθρο 6 παρ. 1 υπό (ι) του νόμου). Ως «καταλαμβανόμενος πιστωτής» ορίζεται το πρόσωπο και ο φορέας που δεσμεύονται από την σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών (άρθρο 6 παρ. 1 υπό (ιγ) του νόμου) -αυτοβούλως ή αναγκαστικώς σε συμμόρφωση προς τον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης συμμετοχής. γ) Πέραν του τυπικού περιεχομένου της αίτησης του οφειλέτη, ουσιαστικό υποχρεωτικό περιεχόμενο συνιστούν οι κατάλογοι καταγραφής στοιχείων του παθητικού και του ενεργητικού, των εξασφαλίσεων που βαρύνουν στοιχεία του ενεργητικού, καθώς και τυχόν μεταβιβάσεις ή εξασφαλίσεις που διενεργήθηκαν ή παραχωρήθηκαν από τον οφειλέτη κατά την τελευταία πενταετία που προηγείται του χρόνου υποβολής της αίτησης. Υποχρεωτικώς συνυποβάλλονται ειδικότερα στοιχεία που περιγράφουν την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, διαφοροποιούμενα αναλόγως εάν πρόκειται για οφειλέτη φυσικό ή νομικό πρόσωπο (άρθρα 9 έως και 12 του νόμου). δ) Η υποβολή της αίτησης υπαγωγής
Σελ. 15
στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών -εφ’ όσον είναι δυνατή- έχει τις εξής δύο συνέπειες: αφ’ ενός επιφέρει την αναστολή της διαδικασίας του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (στην περίπτωση δε που δεν αποδώσει η εξωδικαστική διαδικασία της ρύθμισης, η διαδικασία του Κώδικα διακόπτεται, εκτός εάν ο οφειλέτης ή πιστωτής του αιτηθεί την συνέχισή της από το στάδιο, στο οποίο ευρίσκετο πριν από την αναστολή, άρθρο 13 του νόμου), αφ’ ετέρου δε αναστέλλει προληπτικώς την λήψη ή την συνέχιση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης των συμμετεχόντων στην διαδικασία πιστωτών από του χρόνου υποβολής της αίτησης και έως την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περάτωση της διαδικασίας (άρθρο 18 του νόμου). ε) Μετά την υποβολή της αίτησης οι συμμετέχοντες χρηματοδοτικοί φορείς δύνανται (δεν υποχρεούνται) να απευθύνουν πρόταση ρύθμισης προς τον οφειλέτη. Εάν η πρόταση εγκριθεί από τον οφειλέτη και την νόμιμη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 14 του νόμου, υπογράφεται μεταξύ του οφειλέτη και των συναινούντων πιστωτών η σύμβαση αναδιάρθρωσης των οφειλών. Εναλλακτικώς, εάν ο οφειλέτης δεν αποδέχεται την υποβληθείσα από τους συμμετέχοντες χρηματοδοτικούς φορείς πρόταση ρύθμισης, δύναται να υποβάλει αίτημα διαμεσολάβησης. Εφ’ όσον το αίτημα γίνει δεκτό από την πλειοψηφία των εν λόγω φορέων, την ευθύνη της διαμεσολάβησης αναλαμβάνει διαπιστευμένος μεσολαβητής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 15 του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, η καλή εξέλιξη της διαδικασίας πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός δύο μηνών από του χρόνου υποβολής της αίτησης -ειδ’ άλλως η διαδικασία θεωρείται περατωθείσα ως άκαρπη. Εξ ίσου άκαρπη και αμέσως περατωθείσα θεωρείται η διαδικασία, όταν οι συμμετέχοντες χρηματοδοτικοί φορείς επιλέγουν την δυνατότητα που τους παρέχεται (δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 5) να απορρίψουν την αίτηση του οφειλέτη και να μην καταθέσουν πρόταση ρύθμισης (άρθρο 16 του νόμου). στ) Με την επίτευξη της σύμβασης αναδιάρθρωσης επέρχεται, καθ’ όλη την συμφωνηθείσα διάρκειά της, ως αυτοδίκαιη συνέπεια η αναστολή των ατομικών διώξεων των καταλαμβανόμενων από την σύμβαση πιστωτών και απαιτήσεων (άρθρο 19), υπό τον αυτονόητο όρο της τήρησής της από τον οφειλέτη (άρθρα 26 και 27 του νόμου). ζ) Ρυθμίζεται στα άρθρα 21 έως και 25 του νόμου η δυνατότητα του δημοσίου και φορέων κοινωνικής ασφάλισης να προβαίνουν σε αναδιάρθρωση (αλλά και σε διαγραφή) οφειλών συμμετέχοντας σε ήδη εγκεκριμένες από τους χρηματοδοτικούς φορείς και τον οφειλέτη πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης, οι οποίες -εφ’ όσον και κατά το μέτρο που τους αφορούν- τους κοινοποιούνται ηλεκτρονικώς προκειμένου να συναινέσουν (άρθρο 14 παρ.
Σελ. 16
2) υπό τις προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις και διαδικασίες (των άρθρων 21 και 22). Επί πλέον της συμμετοχής τους σε πολυμερείς κατά τα άνω συμβάσεις, παρέχεται η δυνατότητα κατάρτισης διμερών συμβάσεων αναδιάρθρωσης μεταξύ του οφειλέτη και του δημοσίου και φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εφ’ όσον -δι’ αυτών- ο οφειλέτης καθίσταται βιώσιμος (άρθρο 24 του νόμου). Τέλος, η)από μία σωρεία διάσπαρτων διατάξεων συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση ρύθμισης οφειλών με προσφυγή στον εν λόγω εξωδικαστικό μηχανισμό, η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δεν επιτρέπεται να φέρει οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο από την σύμβαση πιστωτή σε χειρότερη οικονομική θέση από εκείνη, στην οποία θα ευρίσκετο σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη ή στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σε συσχετισμό προς τον πρόγονο εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων του νόμου 4469/2017, ο ισχύων μηχανισμός των άρθρων 5 και επόμενων του νέου νόμου διαφοροποιείται ιδίως ως προς τα εξής: α) Κατ΄αρχάς, στοιχεία του προïσχύσαντος νόμου 4469 επιβιώνουν στον διάδοχο μηχανισμό του νέου νόμου, όπως όμως σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου, «μεταβάλλεται άρδην τόσο η λογική του εξωδικαστικού μηχανισμού όσο και η λειτουργία του». β) Διαφοροποίηση μεταξύ των δύο νομοθετημάτων διαπιστώνεται ως προς το πεδίο της εφαρμογής τους: Ο προïσχύσας νόμος ρύθμιζε την διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών κάθε φυσικού προσώπου με πτωχευτική ικανότητα και κάθε νομικού προσώπου με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα προς οποιονδήποτε πιστωτή, προκειμένου να εξασφαλισθεί
Σελ. 17
η βιωσιμότητα του οφειλέτη. Ως πιστωτές δε εννοούντο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, περιλαμβανομένων του δημοσίου και φορέων κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη (άρθρα 1 και 2). Υπό το ισχύον καθεστώς του νόμου 4738 κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα μπορεί να υποβάλει αίτημα εξωδικαστικής ρύθμισης των οφειλών του έναντι όμως συγκεκριμένων πιστωτών. Ως πιστωτές για τις ανάγκες εφαρμογής της ρύθμισης νοούνται οι χρηματοδοτικοί φορείς (πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν 4354/2015, νομικά πρόσωπα που αποκτούν απαιτήσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης), το δημόσιο και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης που έχουν χρηματικές απαιτήσεις έναντι του οφειλέτη (άρθρα 6 παρ. 1 υπό (γ) και (δ) και 7). Η πανηγυρική αναφορά στην στόχευση της βιωσιμότητας του οφειλέτη, η οποία εγίνετο από τον προïσχύσαντα νόμο 4469, απαλείφεται. γ) Βασική διαφοροποίηση των δύο ρυθμίσεων, της ισχύουσας και της προïσχύσασας, είναι ότι ο νέος νόμος εισάγει έναν αμιγώς εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης χρεών που με βάση την σύμβαση συμμετοχής σε αυτόν δεσμεύει όλα τα συμβαλλόμενα μέρη που καταλαμβάνονται από την νομίμως εγκεκριμένη σύμβαση αναδιάρθρωσης, χωρίς την ανάγκη προσφυγής στο δικαστήριο με αίτημα την επικύρωση της συμφωνίας προκειμένου αυτή να δεσμεύει το σύνολο των συμβαλλόμενων στην αναδιάρθρωση πιστωτών του οφειλέτη. Τέτοια δυνατότητα προεβλέπετο από τον νόμο 4469 (άρθρο 12) λόγω της διαφορετικής υφής της προïσχύσασας ρύθμισης: Ο οφειλέτης ή οποιοσδήποτε συμμετέχων πιστωτής μπορούσε να υποβάλει στο πολυμελές πρωτοδικείο αίτηση για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Προληπτικό μέτρο από του χρόνου κατάθεσης της αίτησης έως την έκδοση της επικυρωτικής (ή μη) απόφασης συνιστούσε η αυτοδικαίως επερχόμενη αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που ερυθμίζοντο με την σύμβαση. Η επικυρωτική απόφαση κατελάμβανε το σύνολο των ρυθμισθεισών με την σύμβαση αναδιάρθρωσης απαιτήσεων του οφειλέτη, εδέσμευε δε τον τελευταίο και το σύνολο των πιστωτών του ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στις διαπραγματεύσεις ή την σύμβαση. δ) Περαιτέρω διαφοροποίηση των δύο μηχανισμών διαπιστώνεται ως προς την οργάνωση της διαδικασίας: την διαδικασία του προïσχύσαντα νόμου 4496 οργάνωνε ο συντονιστής -ένα όργανο διασφαλισμένης ανεξαρτησίας έναντι του οφειλέτη ή συμμετέχοντα πιστωτή, με πληθωρικές
Σελ. 18
(αλλά «διεκπεραιωτικές») αρμοδιότητες, λειτουργικώς προσομοιάζον με το πτωχευτικό δικαστήριο ή τον εισηγητή, όχι με σύνδικο. Διωρίζετο από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, στην οποία υπεβάλετο η αίτηση υπαγωγής στην διαδικασία, επελέγετο δε από το μητρώο συντονιστών, στο οποίο ενεγράφοντο κατά προτεραιότητα διαπιστευμένοι μεσολαβητές (άρθρα 6 και 10 του προïσχύσαντα νόμου). Επί πλέον του συντονιστή ο Ν 4496 προέβλεπε την συνδρομή εμπειρογνώμονα, στον οποίον ανετίθετο -υποχρεωτικώς για τις μεγάλες επιχειρήσεις, προαιρετικώς για τις μικρές- η εκπόνηση αξιολόγησης βιωσιμότητας ή σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών ή και η επαλήθευση αμφισβητούμενων απαιτήσεων (άρθρο 11 του προïσχύσαντα νόμου). Η οργανωτική εμπλοκή συντονιστή, ως υποχρεωτικού οργάνου της διαδικασίας, και η συνδρομή εμπειρογνώμονα δεν επαναλαμβάνονται στον νέο νόμο. Φαίνεται ωστόσο ότι, στο πλαίσιο της ρυθμισθησόμενης με υπουργική απόφαση διαδικασίας διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, δεν θα αποκλείεται ο προαιρετικός ορισμός συντονιστή, προκειμένου να διευκολύνεται η επικοινωνία και ο συντονισμός των συμμετεχόντων πιστωτών (άρθρο 71 παρ. 2 υπό (στ) του νόμου). Αντιθέτως προβλέπεται η ανάμειξη διαπιστευμένου μεσολαβητή, στον οποίον ανατίθεται η ευθύνη της διαμεσολάβησης ύστερα από αίτημα του οφειλέτη περί υποβολής της διαδικασίας σε διαδικασία διαμεσολάβησης (κατά το προαναφερθέν άρθρο 15 του νέου νόμου).
2.- Η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης
Υπό το νέο καθεστώς του νόμου 4738 διατηρείται -«με ορισμένες βελτιώσεις» και με ανασύνταξη των διατάξεων- η μείζων επιλογή του νόμου 4446/2016 να περιορίσει την προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης (των άρθρων 99 και επόμενων ΠτΚ) σε μόνη την pre-packaged εκδοχή της. Η εν λόγω εξυγιαντική διαδικασία, ως προπτωχευτική, ορθώς (και επί τέλους) μετακινείται στο «προπτωχευτικό» τμήμα του νομοθετήματος, το οποίο καταλαμβάνουν οι διαδικασίες πρόληψης της αφερεγγυότητας. Από ουσιαστικής απόψεως, οι κυριότερες διαφοροποιήσεις που επέρχονται δυνάμει του νέου νόμου στην προπτωχευτική
Σελ. 19
διαδικασία εξυγίανσης (των νέων άρθρων 31 έως και 64) είναι οι εξής: α)Εισάγεται νέο, διευρυμένο, μέτρο αξιολόγησης του κριτηρίου, δυνάμει του οποίου επιλέγεται η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, αντί της πτώχευσης. Στο προïσχύσαν δίκαιο του άρθρου 99 ΠτΚ το κριτήριο (και το όριο) επιλογής της διαδικασίας ήταν η μη χειροτέρευση της θέσης των συμβαλλόμενων στην συμφωνία εξυγίανσης πιστωτών δια της υπαγωγής τους σε χειρότερη οικονομική θέση από εκείνη, στην οποία θα ευρίσκοντο, βάσει της κατάταξής τους κατά το στάδιο της πτωχευτικής εκκαθάρισης (των άρθρων 132 και επόμενων ΠτΚ). Εφ’ εξής (άρθρο 31 του νόμου), το κριτήριο της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών θα θεωρείται ότι πληρούται, εφ’ όσον κανείς από τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές δεν θα βρεθεί, με βάση την συμφωνία εξυγίανσης, σε χειρότερη θέση από εκείνη, στην οποία θα ευρίσκετο σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη του. Το έτερο (συμπληρωματικό) κριτήριο αξιολόγησης της οικονομικής θέσης των πιστωτών
Σελ. 20
που προέβλεπε το άρθρο 31 παρ. 2 in fine του ΠτΚ, απαλείφθηκε. β) Προκειμένου να επικυρωθεί η συμφωνία εξυγίανσης, τα ποσοστά των συναινούντων πιστωτών (που υπό το προïσχύσαν καθεστώς του άρθρου 100 παρ. 1 ΠτΚ ανήρχοντο σε ποσοστό 60% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιελαμβάνετο το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων) εφ’ εξής ανέρχονται σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των απαιτήσεων με ειδικό προνόμιο και σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των λοιπών απαιτήσεων (δηλαδή των ανεγγύων και των γενικών προνομιούχων πιστωτών), σε κάθε περίπτωση όσων θίγονται από την συμφωνία εξυγίανσης. Τα ποσοστά αυτά απαιτούνται τόσο στην υπόθεση που η συμφωνία συνάπτεται μεταξύ του οφειλέτη και πιστωτών του, όσο και στην υπόθεση που η συμφωνία συνάπτεται μόνο από πιστωτές χωρίς την σύμπραξη του οφειλέτη, εφ’ όσον ο τελευταίος έχει περιέλθει κατά τον χρόνο της συμφωνίας σε κατάσταση (παρούσας, όχι επαπειλούμενης ή πιθανολογούμενης να επαπειληθεί) παύσης των πληρωμών του, αλλά και όταν συντρέχουν οι άλλες τρείς νέες –εταιρικής προελεύσεως- περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 34. Η διάκριση μεταξύ των εξοπλισμένων με ειδικό προνόμιο απαιτήσεων και όλων των άλλων αντιστοιχεί στην νέα κατηγοριοποίηση των πιστωτών αφ’ ενός σε ειδικούς προνομιούχους πιστωτές και αφ’ ετέρου στους ανέγγυους και τους γενικούς προνομιούχους πιστωτές -με κριτήριο το εάν η ικανοποίησή τους φέρεται επί συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή επί του συνόλου της περιουσίας του, αντιστοίχως. Κατ’ εξαίρεση, συμφωνία εξυγίανσης που δεν πληροί τα απαιτούμενα ποσοστά, δύναται να επικυρωθεί από το δικαστήριο και να καταστεί δεσμευτική και έναντι των μη συναινούντων πιστωτών υπό την συνδρομή των τεσσάρων προϋποθέσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του νόμου -με σημαντικότερη δε την δυνατότητα «διακατηγοριακής παράκαμψης» των αντιρρήσεων
Σελ. 21
των πιστωτών: η δυνατότητα παράκαμψης συνίσταται στο ότι η συμφωνία εξυγίανσης (εκτός των τριών άλλων προϋποθέσεων) αρκεί να έχει εγκριθεί από πιστωτές που εκπροσωπούν περισσότερο από το 60% του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη και περισσότερο από το 50% των απαιτήσεων που εξοπλίζονται με ειδικό προνόμιο. Στον χειρισμό του καταχρηστικώς μη συναινούντος οφειλέτη και σε εκείνον των δυστροπούντων εταίρων ή μετόχων προστίθεται, με την εισαγωγή της προαναφερθείσας εξαίρεσης, ο χειρισμός των αντιτιθέμενων (ιδίως ανέγγυων) πιστωτών, προκειμένου να διασωθεί η εξυγίανση. γ) Παραμένει η αναφορά στα ίδια περιστατικά αφερεγγυότητας (περιέλευση του οφειλέτη σε παρούσα ή επαπειλούμενη γενική αδυναμία εκπλήρωσης, ύπαρξη πιθανότητας αφερεγγυότητας), χωρίς να αποκλείεται η κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης υπαγωγής στην διαδικασία ή μεταγενεστέρως αυτής περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του (με την προσθήκη του στοιχείου της μονιμότητας επί πλέον εκείνου της γενικότητας). Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή, ο νέος νόμος μετακινεί στο άρθρο 74 την υποχρέωση του περιελθόντος σε παύση πληρωμών οφειλέτη περί συνυποβολής, με το ίδιο δικόγραφο με το οποίο αιτείται την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, της αίτησης πτώχευσης, η τύχη της οποίας θα εξαρτηθεί από την επικύρωση ή μη της υποβαλλόμενης συμφωνίας, διατηρεί δε την πρόνοια ότι τυχόν μη συνυποβολή της αίτησης πτώχευσης ουδόλως επηρεάζει το παραδεκτό της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης. Επίσης μετακινείται στο ίδιο άρθρο 74 του νόμου και η υποχρέωση του οφειλέτη που, μεταγενεστέρως της υποβολής αίτησης επικύρωσης περιέρχεται σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, να υποβάλει αίτηση πτώχευσης, η τύχη της οποίας επίσης θα εξαρτάται από την επικύρωση ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης (προïσχύσαν άρθρο 99 παρ. 3 έως και 5 ΠτΚ). Εξ άλλου, ο νέος νόμος διατηρεί την επί ποινή απαραδέκτου υποχρέωση που προέβλεπε το άρθρο 104 παρ. 4 ΠτΚ, δυνάμει της οποίας οι πιστωτές που συνάπτουν χωρίς την σύμπραξη του οφειλέτη συμφωνία εξυγίανσης, συνυποβάλλουν με την αίτηση επικύρωσης και αίτηση πτώχευσής του -επειδή (και όχι «στην περίπτωση που», όπως είναι η μη ορθή διατύπωση της παραγράφου 1 του άρθρου 47 του νόμου) ευρίσκεται σε παύση πληρωμών. δ) Εξακολουθεί να ζητείται η συναίνεση του οφειλέτη προκειμένου να επικυρωθεί συμφωνία εξυγίανσης, στην οποία συμβαλλόμενοι είναι μόνο πιστωτές του οφειλέτη χωρίς την σύμπραξή του (άρθρο 54 παρ. 3 υπό (ε) του νόμου, άρθρο 106β παρ. 2 υπό (ε) ΠτΚ). Επίσης εξακολουθεί η δυνατότητα παράκαμψης του καταχρηστικώς αρνούμενου να παράσχει την συναίνεσή του οφειλέτη, με την βασική διαφορά ότι υπό το νέο καθεστώς της επικύρωσης η δυνατότητα παράκαμψης ισχύει σε κάθε περίπτωση, σε αντίθεση με το προïσχύσασα διάταξη του ΠτΚ που για λόγους συνταγματικότητας -ορθώς κατά την άποψή μας- εξαιρούσε την περίπτωση συμφωνίας εξυγίανσης με περιεχόμενο την μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη (κατά το άρθρο 106δ ΠτΚ).


