Δωρεάν Μεταφορικά για όλες τις παραγγελίες εντός Ελλάδος, για περιορισμένο χρονικό διάστημα

ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΆΛΛΕΣ ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ


Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 10.65€
Δωρεάν μεταφορικά για όλες τις παραγγελίες εντός Ελλάδος

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 29,00 € Ειδική Τιμή 24,65 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18596
Ορφανός Σ.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17χ24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 152
  • ISBN: 978-960-654-698-3

Το βιβλίο «Βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» αποτελεί συστηματική μελέτη των άρθρων 137Α - 137Γ ΠΚ μέσω της κριτικής επισκόπησης των σχετικών ευρωπαϊκών και διεθνών νομοθετημάτων, όπως η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ κατά των βασανιστηρίων και η αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την πρόληψη των βασανιστηρίων.
Στο έργο εξετάζονται οι αξιόποινες πράξεις των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και ανιχνεύονται κρίσιμες νομολογιακές και θεωρητικές προβληματικές, όπως:


• η ερμηνευτική προσέγγιση της έννοιας των βασανιστηρίων και η εξεύρεση του αυθεντικού ορισμού τους
• η ιστορική αναδρομή των βασανιστηρίων και των άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην Ελλάδα καθώς και η απαγόρευση τους στο Σύνταγμα και τον ΠΚ
• τα στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων
• η επισκόπηση της ελληνικής νομολογίας και της νομολογίας του ΕΔΔΑ για τα βασανιστήρια και τις άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
• η ειδική προβληματική των λόγων άρσης του αδίκου των σχετικών εγκλημάτων


Το βιβλίο είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε δικηγόρους, δικαστές, Εισαγγελείς, νομικούς και φοιτητές που ενδιαφέρονται για το ποινικό δίκαιο.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ IX

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XVII

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

ΜΕΡΟΣ Α

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
ΠΡΟΣΒΟΛΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ

Ι. Ιστορική αναδρομή των διατάξεων για τα βασανιστήρια και
τις άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας 5

ΙΙ. Η απαγόρευση των βασανιστηρίων και των άλλων προσβολών
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στο ελληνικό Σύνταγμα και
στον ελληνικό ΠΚ 20

ΙΙΙ. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό 25

ΜΕΡΟΣ Β

ΤΑ ΑΡΘΡΑ 137Α-137Γ ΠΚ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ
ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ

Ι. Υποκείμενο τέλεσης του εγκλήματος του άρθρου 137Α παρ. 1 ΠΚ 35

ΙΙ. Αντικείμενο των εγκλημάτων του άρθρου 137Α παρ. 1 ΠΚ 38

IΙΙ. Ορισμός των βασανιστηρίων του άρθρου 137Α παρ. 6 ΠΚ 39

IV. Άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
του άρθρου 137Α παρ. 4 ΠΚ 48

V. Άρθρο 137Α παρ. 6 εδ. β’ ΠΚ 52

VI.Διακεκριμενες περιπτωσεις βασανιστηριων του άρθρου 187Β ΠΚ 54

VII. Υποκείμενικη υπόσταση των εγκλημάτων 69

VIII. Απόπειρα 74

ΙΧ. Συμμετοχή 77

Χ. Συρροή 81

ΧΙ. Παρεπόμενες ποινές του άρθρου 137Γ ΠΚ 83

ΧΙΙ. Η προβληματική των λόγων άρσης του άδικου στα βασανιστήρια
και στις αλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας 86

ΧΙΙΙ. Η νομολογία του ΕΔΔΑ για τα εγκλήματα των βασανιστήριων
και των άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας 91

ΜΕΡΟΣ Γ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 137Α-137Γ ΠΚ

I. Κριτική των άρθρων 137Α-137Γ ΠΚ ύπο το πρίσμα του εθνικού,
διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου και προτάσεις τροποποίησης
των προβληματικών τους σημείων 99

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 107

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 111

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 127

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 131

Ι. Ιστορική αναδρομή των διατάξεων για τα βασανιστήρια και
τις άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Καταρχάς, αξίζει οπωσδήποτε εν προκειμένω σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί ότι το θεμελιώδους σημασίας εγκληματικό και κοινωνικό φαινόμενο των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», αποτελεί σαφέστατα ένα εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας ζήτημα που υφίσταται αναπόδραστα σε ιστορικό πλαίσιο για αρκετούς αιώνες μέχρι και σήμερα παγκοσμίως.

Τα βασανιστήρια[4] λοιπόν ως μια πάρα πολύ σημαντική, «απεχθής», «φρικιαστική» και βάρβαρη εγκληματική συμπεριφορά του ανθρώπου, είναι αναντίλεκτα μια ιδιαίτερη μέθο

6

7

δος κακοποίησης ενός οποιουδήποτε προσώπου μέσω της αντίστοιχης υποβολής του σε μια πάρα πολύ «ισχυρή» σωματική ή και ψυχική «δοκιμασία», η οποία παρουσιάζει ορισμένα εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας χαρακτηριστικά.

Η συγκεκριμένη βάρβαρη, «φρικιαστική» και «απεχθής» σωματική ή και ψυχική «δοκιμασία» μάλιστα διενεργείται συνήθως από τον εκάστοτε φυσικό αυτουργό του εγκλήματος, φυσικά έχοντας αναντίλεκτα ως απώτερο στόχο και σκοπό της, τόσο την τιμωρία ή την ψυχική «κατάρρευση» του κάθε θύματος, όσο βέβαια και τον αντίστοιχο εξαναγκασμό του προσώπου αυτού σε μια πράξη ή μια παράλειψη, γεγονός το οποίο επ’ ουδενί δε θα έπρεπε να παραγνωριστεί ως μέγεθος στα πλαίσια της ανά χειρός μελέτης μας.

Αναντίλεκτα, αξίζει οπωσδήποτε σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί ότι η ετυμολογία της ίδιας της πάρα πολύ σημαντικής λέξης των «βασανιστηρίων», στην οποία εν προκειμένω εστιάζουμε πολύ περισσότερο αναπόδραστα τόσο το ενδιαφέρον όσο και την προσοχή μας, προέρχεται επί της ουσίας από την αρχαία λέξη «βάσανος».

Η αρχική σημασία της αρχαίας λέξης «βάσανος» λοιπόν ήταν ασφαλώς ο «εξονυχιστικός έλεγχος», ενώ σε ένα μεταγενέστερο χρονικό σημείο μάλιστα συνδέθηκε επί της ουσίας άμεσα και «άρρηκτα» με την ανάκριση των αιχμάλωτων προσώπων.

Η ανάκριση μάλιστα των εν λόγω αιχμάλωτων προσώπων συνήθως συνοδευόταν και από μια πάρα πολύ σημαντική σωματική ή και ψυχική «ταλαιπωρία» του εκάστοτε προσώπου που αντίστοιχα την υφίστατο σε κάθε περίπτωση.

Αναπόφευκτα, είναι ευρύτερα γνωστό ότι την Ελλάδα την έχει σαφέστατα απασχολήσει το εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας εγκληματικό και κοινωνικό φαινόμενο των βασανιστηρίων

8

και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» πολλάκις στο ιστορικό παρελθόν της σε έναν αξιοσημείωτο βαθμό, ήδη από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα.

Εντούτοις, φρονούμε ότι το «αποκορύφωμα» της εν λόγω «εμφάνισης» και της αντίστοιχης «επικράτησης» της επίμαχης θεμελιώδους σημασίας εγκληματικής δραστηριότητας των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» στη χώρα μας εντοπίζεται χρονικά στην κρίσιμη επταετία της «Χούντας των Συνταγματαρχών» μεταξύ των κομβικής σημασίας ετών 1967 και 1974.

Δηλαδή, αναντίλεκτα φρονούμε ότι η συγκεκριμένη θεμελιώδους σημασίας εγκληματική δραστηριότητα των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» επί της ουσίας «άνθησε» την περίοδο της «επικράτησης» του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών στη χώρα μας.

Στα πλαίσια της «επικράτησης» του εν λόγω δικτατορικού καθεστώτος της επονομαζόμενης ως «Χούντας των Συνταγματαρχών» λοιπόν διενεργήθηκε ασφαλώς και μια ευρύτατη χρησιμοποίηση των εν λόγω παράνομων μεθόδων από το τελευταίο ως μια «γενικευμένη πρακτική επιβολής» εις βάρος των πάσης φύσεως «αντιφρονούντων», ήτοι των προσώπων τα οποία το καθεστώς αυτό έκρινε ότι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του.

Για τα συγκεκριμένα εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας, αλλά παράλληλα και έντονης εγκληματικής φύσεως γεγονότα, υποβλήθηκε ασφαλώς μια πάρα πολύ σημαντική διακρατική προσφυγή εις βάρος του κράτους της Ελλάδας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την κατάφωρη παραβίαση της θεμελιώδους σημασίας διάταξης του άρθρου 3[5] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, εις το εξής «ΕΣΔΑ», η οποία αναντίλεκτα απαγορεύει ρητά, απόλυτα, απαρέγκλιτα και κατηγορηματικά τη διάπραξη πάσης φύσεως αξιόποινων πράξεων βασανιστηρίων, επιβολής ποινών ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν εν προκειμένω τη συγκεκριμένη Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αξίζει εν προκειμένω να επισημανθεί ότι τότε ήταν επί της ουσίας ένα πάρα πολύ σημαντικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Απώτερος στόχος και σκοπός του συγκεκριμένου πάρα πολύ σημαντικού οργάνου του Συμβουλίου της Ευρώπης ήταν ασφαλώς η διασφάλιση της συμμόρφωσης και η επιβολή της θεμελιώδους σημασίας Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»).

Η συγκεκριμένη Επιτροπή ιδρύθηκε ασφαλώς στην πόλη του Στρασβούργου του κράτους της Γαλλίας το κομβικής σημασίας έτος 1954 και έδρευε εκεί μέχρι τη διάλυσή της το πάρα πολύ σημαντικό έτος 1998.

9

Το αρχικό σύστημα της εν λόγω θεμελιώδους σημασίας Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε ασφαλώς τρία εποπτικά όργανα για την προστασία των πάρα πολύ σημαντικών δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονταν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), δηλαδή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ») και την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία επί της ουσίας αποτελείται ακριβώς από τους υπουργούς Εξωτερικών των κρατών μελών.

Η επίμαχη Επιτροπή ασφαλώς σε κάθε περίπτωση διεξήγαγε δύο τύπους διαδικασιών, την επονομαζόμενη ως «κρατική καταγγελία» και την αντίστοιχη «ατομική καταγγελία».

Στην περίπτωση λοιπόν της «κρατικής καταγγελίας», την οποία υποχρεωτικά πάντοτε ακολουθούσαν τα κράτη μέλη, η διαδικασία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προηγούνταν της αντίστοιχης δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»).

Η ατομική διαδικασία καταγγελιών λοιπόν, για την οποία τα κράτη μέλη έπρεπε ασφαλώς πρώτα να έχουν αναγνωρίσει την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιτρεπόταν αποκλειστικά και μόνο στη συγκεκριμένη Επιτροπή και δεν μπορούσε επί της ουσίας να μετατραπεί σε μια αντίστοιχη ατομική διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»).

Αποκλειστικά και μόνο η συγκεκριμένη θεμελιώδους σημασίας Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το κράτος μέλος του οποίου ήταν υπήκοος ο εκάστοτε ζημιωθείς, το καταγγέλλον κράτος μέλος, αλλά και το αντίστοιχο εναγόμενο κράτος μέλος είχαν ασφαλώς σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή.

Αν λοιπόν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδεχόταν επί της ουσίας μια καταγγελία, διαπίστωνε την τυχόν παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») και προσπαθούσε εν τέλει να επιτύχει μια «φιλική διευθέτηση της διαφοράς».

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λειτουργούσε ως ένα πάρα πολύ σημαντικό και αναπόσπαστο «φίλτρο» για το θεμελιώδους σημασίας Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»). Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν ήταν επί της ουσίας νομικά δεσμευτική, αλλά ήταν σε κάθε περίπτωση απλά μια σύσταση.

Αν δεν μπορούσε λοιπόν να επιτευχθεί εν τέλει επί της ουσίας μια «φιλική συμφωνία», η συγκεκριμένη Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατόπιν της έκδοσης μιας αντίστοιχης γνώμης προς την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ή ένα από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούσε να προσφύγει στο θεμελιώδους σημασίας Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ»), εφόσον το εναγόμενο κράτος είχε προηγουμένως αποδεχθεί βέβαια τη δικαιοδοσία του.

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ») λοιπόν ήταν πάντοτε αποκλειστικά και μόνο νομικά δεσμευτική. Ωστόσο, αξίζει οπωσδήποτε

10

εν προκειμένω σε κάθε περίπτωση να επισημανθεί ότι λόγω του ταχύτατα αυξανόμενου αριθμού των καταγγελιών, τα αντίστοιχα όργανα παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») μεταρρυθμίστηκαν επί της ουσίας με ένα πάρα πολύ σημαντικό Πρόσθετο Πρωτόκολλο, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου του κομβικής σημασίας έτους 1998.

Το επίμαχο Πρόσθετο Πρωτόκολλο λοιπόν κατήργησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μετέτρεψε το εν λόγω Δικαστήριο σε μόνιμο, το οποίο μάλιστα έκτοτε έχει σαφέστατα μια αποκλειστική δικαιοδοσία επί των συγκεκριμένων καταγγελιών.

Πάντως, αξίζει οπωσδήποτε σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί ότι οι εκθέσεις και οι αποφάσεις της θεμελιώδους σημασίας Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βρίσκονται σε τόμους που δημοσιεύθηκαν από το Συμβούλιο της Ευρώπης με τον τίτλο «Decisions and reports / European Commission of Human Rights - Décisions et rapports / Commission Européenne des Droits de l’Homme», γεγονός το οποίο επ’ ουδενί δε θα έπρεπε να παραγνωριστεί ως μέγεθος στα πλαίσια της παρούσας μελέτης.

Επανερχόμενοι λοιπόν εν προκειμένω στη συγκεκριμένη θεμελιώδους σημασίας διακρατική προσφυγή που ασκήθηκε εις βάρος της Ελλάδας στη συγκεκριμένη Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αξίζει οπωσδήποτε σε κάθε περίπτωση εδώ να αναφερθεί ότι σε ένα πρώτο επίπεδο κρίθηκε μεν ως βάσιμη, ωστόσο δε συζητήθηκε ποτέ επί της ουσίας.

Αναντίλεκτα, ο πάρα πολύ σημαντικός λόγος για τον οποίο ακριβώς αυτό συνέβη είναι ότι το τότε δικτατορικό καθεστώς της επονομαζόμενης ως «Χούντας των Συνταγματαρχών» είχε σε κάθε περίπτωση αποφασίσει ότι επιθυμούσε να αποσυρθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Όπως είναι ευρύτερα γνωστό λοιπόν, το συγκεκριμένο Συμβούλιο της Ευρώπης είναι ένας διεθνής οργανισμός, στον οποίο συμμετέχουν σήμερα σαρανταεπτά κράτη της Ευρώπης και της ανατολικής περιφέρειάς της. Συμμετέχουν επίσης πέντε κράτη ως Παρατηρητές του Συμβουλίου και τρεις ως Παρατηρητές της Συνέλευσής του.

Ιδρύθηκε στις 5 Μαϊου του κομβικής σημασίας έτους 1949, με την επονομαζόμενη ως «Συνθήκη του Λονδίνου». Η «Συνθήκη του Λονδίνου» λοιπόν ή αλλιώς το επονομαζόμενο ως «Καταστατικό του Συμβουλίου της Ευρώπης», υπεγράφη στην πόλη του Λονδίνου του Ηνωμένου Βασιλείου τη συγκεκριμένη μέρα από δέκα κράτη μέλη, ήτοι το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πολλά άλλα κράτη ακολούθησαν ασφαλώς, ειδικά μετά και από τις δημοκρατικές μεταβάσεις στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της εξαιρετικά κρίσιμης δεκαετίας του 1990.

Είναι αναντίλεκτα ο παλαιότερος διεθνής οργανισμός, ο οποίος σαφέστατα έχει ως απώτερο στόχο και σκοπό του την ευρωπαϊκή ενοποίηση, δίνοντας παράλληλα μια ιδιαίτερη έμφαση τόσο στα νομικά πρότυπα, όσο και στην προστασία των θεμελιώδους σημασίας ανθρωπίνων

11

δικαιωμάτων, στη δημοκρατική ανάπτυξη και στη ρύθμιση των νομοθεσιών, καθώς και στην πολιτισμική συνεργασία στην Ευρώπη.

Στο Συμβούλιο της Ευρώπης ανήκουν τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης, με εξαίρεση το Βατικανό, το Καζακστάν που είναι μια διηπειρωτική χώρα, τη Λευκορωσία η οποία είναι υποψήφιο μέλος και κράτη που έχουν μια περιορισμένη αναγνώριση.

Ο ακριβής λόγος για τον οποίο προέβη στη συγκεκριμένη ενέργεια αποχώρησης λοιπόν από το Συμβούλιο της Ευρώπης το δικτατορικό καθεστώς της επονομαζόμενης ως «Χούντας των Συνταγματαρχών» ήταν επειδή επεδίωκε εν τέλει επί της ουσίας να αποφύγει την καταδίκη του για την «ειδεχθή» και «συστηματική» διενέργεια των θεμελιώδους σημασίας αξιόποινων πράξεων των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», τα οποία σαφέστατα απαγορεύονται ρητά, απαρέγκλιτα, απόλυτα και κατηγορηματικά.

Πάντως, αξίζει οπωσδήποτε εν προκειμένω να επισημανθεί ότι στα πλαίσια του εικοστού αιώνα, και μάλιστα πριν από το «ξέσπασμα» του «καταστροφικού» Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, είχε καταστεί σε κάθε περίπτωση καθόλα επιτρεπτή η διενέργεια των θεμελιώδους σημασίας αξιόποινων πράξεων των βασανιστηρίων στη Σοβιετική Ένωση του κομβικής σημασίας έτους 1937, αλλά και στη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ[6], δυνάμει του εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας διατάγματος της 12ης Ιουνίου του κομβικής σημασίας έτους 1942.

Ειδικότερα, για τον Αδόλφο Χίτλερ (στα γερμανικά «Adolf Hitler»), αξίζει οπωσδήποτε εν προκειμένω περαιτέρω να σημειωθεί ότι γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του κομβικής σημασίας έτους 1889 και «έφυγε από τη ζωή» στις 30 Απριλίου του έτους 1945, αποκαλούμενος μάλιστα με την προσωνυμία «Φύρερ»Führer»), δηλαδή «ηγέτης».

Ηταν ένας Γερμανός πολιτικός αυστριακής καταγωγής, «ηγέτης» του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος («NSDAP») και «δικτάτορας» της επονομαζόμενης ως «Ναζιστικής Γερμανίας».

Από το έτος 1933 μέχρι και το κομβικής σημασίας έτος 1945 διετέλεσε Καγκελάριος της Γερμανίας και από το έτος 1934 μέχρι και το έτος 1945 αρχηγός του γερμανικού κράτους, του επονομαζόμενου τότε και ως «Τρίτου Ράιχ».

Ο Αδόλφος Χίτλερ θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ένας από τους μεγαλύτερους και σκληρότερους στρατιωτικούς «ηγέτες» και «δικτάτορες» που έχει γνωρίσει ποτέ η Ιστορία και η ανθρωπότητα εν γένει.

Με την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ, οι εθνικοσοσιαλιστές εγκαθίδρυσαν λοιπόν στη Γερμανία μια εξαιρετικά «πανίσχυρη δικτατορία». Τα πολιτικά κόμματα της Αντιπολίτευσης τότε κηρύχθηκαν επί της ουσίας εκτός νόμου, ενώ οι πολιτικοί αντίπαλοι του Χίτλερ καταδιώκονταν,

12

θανατώνονταν και υπόκεινταν σε «απεχθείς», «ειδεχθείς», «φρικιαστικούς» και άγριους βασανισμούς και «άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Ο περιβόητος «νόμος περί εξουσιοδοτήσεως» του κομβικής σημασίας έτους 1933, έδωσε επί της ουσίας την εξουσία στον Αδόλφο Χίτλερ και στο «Ναζιστικό», ή αλλιώς επονομαζόμενο ως «Εθνικό Σοσιαλιστικό κόμμα», να καταργήσουν εν τέλει το Γερμανικό Σύνταγμα και να εκδίδουν νομοθετικά διατάγματα και νόμους που συνέφεραν μόνο το συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, αλλά και προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από την κρατική εξουσία.

Το συνακόλουθο αποτέλεσμα εν προκειμένω λοιπόν ήταν ότι το κράτος της Γερμανίας, κάτω από το συγκεκριμένο ναζιστικό καθεστώς, για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν ένα κράτος χωρίς Σύνταγμα και θεσμούς, παρασυρόμενο μάλιστα σε κάθε περίπτωση στο «χάος», στη βία και στην αναρχία, γεγονός το οποίο επ’ ουδενί δε θα έπρεπε να παραγνωριστεί ως μέγεθος από την ανάλυσή μας στα πλαίσια της παρούσας μελέτης μας.

Λόγοι και ομιλίες που εξυμνούσαν τον Ναζισμό μεταδίδονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε ολόκληρη την επικράτεια της Γερμανίας, και έτσι ο Αδόλφος Χίτλερ απέκτησε το καθόλα «διαδεδομένο» προσωνύμιο «Mein Fuhrer».

Παράλληλα δε τεράστιες στρατιωτικές συγκεντρώσεις έγιναν σε κάθε περίπτωση ένα εξαιρετικής σημασίας πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο στη Γερμανία εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με χιλιάδες μέχρι και εκατομμύρια ανθρώπους να χαιρετούν επί της ουσίας ναζιστικά και να παρακολουθούν με πλήρη «αφοσίωση» την άνοδο ενός νέου ηγέτη («Fuhrer») στην εξουσία.

Η κρατική προπαγάνδα μάλιστα λειτουργούσε σε κάθε περίπτωση με εξαιρετικά «αμείωτους» ρυθμούς εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ το επίσημο σύμβολο της νέας πλέον «Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας» έγινε ασφαλώς η «σβάστικα».

Ο Αδόλφος Χίτλερ και οι «οπαδοί» του εφήρμοσαν ασφαλώς την «ειδεχθή» και «συστηματική» στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ατομικών συνταγματικών ατομικών ελευθεριών, μεταξύ άλλων, μέσω και των συστηματικών «μέσων» και «τρόπων» βασανισμού των πολιτικών «αντιφρονούντων» και την «εξόντωση» των Εβραίων πολιτών της Ευρώπης, καθώς και άλλων θρησκευτικών, εθνικών ή κοινωνικών ομάδων, και πυροδότησαν επί της ουσίας το «ξέσπασμα» του εξαιρετικά καταστροφικού για την ανθρωπότητα Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έφερε σαφέστατα ορισμένες ανυπολόγιστες και εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες σε οικουμενικό επίπεδο.

Ως συνακόλουθη «τραγική» συνέπεια λοιπόν αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής της επονομαζόμενης ως «Ναζιστικής Γερμανίας», μόνο στο «ευρωπαϊκό θέατρο» του πολέμου έχασαν δυστυχώς τη ζωή τους τριάντα εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ αυτών βέβαια και έξι εκατομμύρια Εβραίοι πολίτες.

Η Γερμανία και η Ευρώπη ως «οικοδομήματα» εν γένει, κατά ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος τους έγιναν δυστυχώς «ερείπια» και «διαιρέθηκαν» κατά τη χρονική διάρκεια του επονομαζόμενου ως «Ψυχρού Πολέμου».

13

Μετά την απόρριψη από την Πολωνία των γερμανικών προτάσεων σχετικά με την «Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ» και τον «Πολωνικό Διάδρομο», ο Αδόλφος Χίτλερ διέταξε εν τέλει επίθεση, την 1η Σεπτεμβρίου του κομβικής σημασίας έτους 1939, πυροδοτώντας προφανώς το «ξέσπασμα» του εξαιρετικά καταστροφικού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά από μια σειρά στρατιωτικών επιτυχιών λοιπόν, βασισμένων κυρίως στην τακτική του επονομαζόμενου ως «αστραπιαίου πολέμου» («Blitzkrieg»), η ναζιστική Γερμανία έθεσε υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.

Το κομβικής σημασίας έτος 1942 όμως, μετά την αποτυχία στο Ανατολικό Μέτωπο και στη «μάχη του Ελ Αλαμέιν» στη Βόρεια Αφρική, ο συγκεκριμένος «καταστροφικός» πόλεμος έλαβε μια νέα πάρα πολύ σημαντική τροπή, και η έτσι Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ βρέθηκε επί της ουσίας να αμύνεται ενάντια στους «προελαύνοντες Συμμάχους».

Αντιμέτωπος λοιπόν επί της ουσίας με τη διαφαινόμενη ως «ολοκληρωτική ήττα», ο Αδόλφος Χίτλερ αυτοκτόνησε εν τέλει στην πόλη του Βερολίνου της Γερμανίας τον Απρίλιο του κομβικής σημασίας έτους 1945, λίγο πριν από την κατάληψη του «υπόγειου καταφυγίου» της Καγκελαρίας από τον επονομαζόμενο ως «Κόκκινο Στρατό». Το «τέλος» του σήμανε επί της ουσίας και το «τέλος» του συγκεκριμένου ναζιστικού καθεστώτος, το οποίο άφησε τη Γερμανία δυστυχώς σε «ερείπια».

Δυστυχώς, αναντίλεκτα το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ άφησε ανεξίτηλα το «στίγμα» του στη παγκόσμια ιστορία και σε εκατομμύρια ανθρώπους πρωτίστως με τις ιδιαίτερα «απεχθείς», «ειδεχθείς», «φρικιαστικές» και βάρβαρες ενέργειές του σε μια καθόλα «συστηματική» βάση και στα πλαίσια του θεμελιώδους σημασίας εγκληματικού, αλλά και αντίστοιχα κοινωνικού φαινομένου των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», γεγονός το οποίο επ’ ουδενί δε θα έπρεπε να παραγνωριστεί ως μέγεθος στα πλαίσια της παρούσας μελέτης μας.

Επιπλέον, αξίζει οπωσδήποτε εν προκειμένω σε κάθε περίπτωση να επισημανθεί ότι πάρα πολλά, αλλά και αντίστοιχα πάρα πολύ σημαντικά διεθνή νομοθετήματα που περιλαμβάνουν στο γραπτό κείμενό τους απόλυτα, κατηγορηματικά και απαρέγκλιτα την απαγόρευση των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», έχουν σαφέστατα υιοθετηθεί και έχουν κυρωθεί, μεταξύ άλλων, και από το κράτος της Ελλάδας.

Παράλληλα, εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας εν προκειμένω είναι σε κάθε περίπτωση να τονιστεί ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδους σημασίας διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 Σ. : «Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας».

Επομένως, αξίζει οπωσδήποτε σε κάθε περίπτωση να αναφερθεί εν προκειμένω ότι τα κομβικής σημασίας διεθνή αυτά νομοθετικά κείμενα, μετά από την κύρωσή τους με νόμο,

14

έχουν οπωσδήποτε ήδη αποκτήσει επί της ουσίας μια υπερνομοθετική ισχύ στη χώρα μας.Κομβικής σημασίας είναι ασφαλώς εν προκειμένω η «Διεθνής Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας»[7],[8], η οποία υπογράφηκε στις 10 Δεκεμβρίου του κομβικής σημασίας έτους 1984, τέθηκε σε ισχύ στις 26 Ιουνίου του έτους 1987, και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το θεμελιώδους σημασίας Ν.1782/1988[9].

Επιπλέον, το επονομαζόμενο ως «Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα» («ΔΣΑΠΔ»)[10], το οποίο σε κάθε περίπτωση καταρτίστηκε στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 19 Δεκεμβρίου του κομβικής σημασίας έτους 1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το θεμελιώδους σημασίας Ν. 2462/1997[11], στην πάρα πολύ σημαντική διάταξη του άρθρου 7 απαγορεύει την υποβολή ενός προσώπου σε βασανιστήρια ή σε ποινές ή στις επονομαζόμενες ως «μεταχειρίσεις εξευτελιστικές, σκληρές ή απάνθρωπες», γεγονός το οποίο επ’ ουδενί δε θα έπρεπε να παραβλεφθεί ως μέγεθος από την ανάλυσή μας στα πλαίσια της παρούσας μελέτης μας.

Παρεμπιπτόντως, αξίζει οπωσδήποτε εν προκειμένω να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της περίπτωσης ε’ της θεμελιώδους σημασίας διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου[12], φαίνεται ότι οι εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας αξιόποινες πράξεις των βασανιστήριων δεν τυποποιούνται επί της ουσίας εν τέλει ως ένα γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, δηλαδή φαίνεται ότι υποκείμενο τέλεσης μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε και δεν αξιώνεται η επίσημη - κρατική ιδιότητα του φυσικού αυτουργού.

15

Ωστόσο, η προσεκτικότερη ανάγνωση της συγκεκριμένης διάταξης καθιστά καθόλα σαφές και διαυγές ότι το κάθε θύμα των βασανιστηρίων πρέπει να τελεί εν τέλει επί της ουσίας «υπό κράτηση» ή «υπό τον έλεγχο» του εκάστοτε φυσικού αυτουργού.

Άρα, εμμέσως συνάγεται εν προκειμένω ότι το υποκείμενο τέλεσης πρέπει να έχει την ιδιότητα του εξουσιάζοντος ή του ελέγχοντος, ενώ και η νομολογία υπήρξε αντιφατική[13] ως προς αυτό το κρίσιμης σημασίας νομικό ζήτημα.

Σημειωτέον, επίσης, ότι συγκριτικά με άλλες εγκληματικές συμπεριφορές τυποποιημένες στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, τα βασανιστήρια διαφοροποιούνται επί της ουσίας ως προς το ότι είναι μεγαλύτερη η ένταση του «προκαλούμενου πόνου».

Ακόμη, η επονομαζόμενη ως «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» («ΕΣΔΑ»)[14], η οποία υπογράφηκε στις 4 Νοεμβρίου του κομβικής σημασίας έτους 1950 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ.53/1974[15], όπως έχει ήδη επισημανθεί, στη θεμελιώδους σημασίας διάταξη του άρθρου 3 ορίζει ρητά και χαρακτηριστικά ότι: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς».

Επιπροσθέτως, η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας»[16], η οποία υπογράφηκε στην πόλη του Στρασβούργου του κράτους της Γαλλίας στις 26 Νοεμβρίου του κομβικής σημασίας έτους 1987 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το θεμελιώδους σημασίας Ν.1949/1991[17], στη διάταξη του άρθρου 1 προβλέπει τη σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία μέσω των επονομαζόμενων ως «επισκέψεων» στα εκάστοτε συμβαλλόμενα κράτη μέλη της, εξετάζει επί της ουσίας τη μεταχείριση των προσώπων που στερούνται την ελευθερία τους, αποσκοπώντας στην προστασία των ανωτέρω προσώπων από τις θεμελιώδους σημασίας αξιόποινες πράξεις των βασανιστηρίων και της επονομαζόμενης ως «απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας».

Εν κατακλείδι, φρονούμε ότι ασφαλώς, μεταξύ άλλων, όλα αυτά τα πάρα πολύ σημαντικά διεθνή κείμενα αποτελούν σαφέστατα ένα επαρκές και καθόλα ικανοποιητικό «νομικό οπλοστάσιο» για τη λειτουργική αντιμετώπιση και την αποτελεσματική καταπολέμηση της εν λόγω εγκληματικής δραστηριότητας των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως

16

«άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», παράλληλα βέβαια με την υπάρχουσα θεμελιώδους σημασίας συνταγματική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 Σ. και τις εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας νομοθετικές διατάξεις των άρθρων 137Α μέχρι και 137Γ του ισχύοντος σήμερα Ελληνικού Ποινικού Κώδικα.

Ας προβούμε λοιπόν όμως εν προκειμένω σε μια πολύ πιο εκτεταμένη και ενδελεχή δογματική ανάλυση, αλλά και αντίστοιχη νομική επεξεργασία των πάρα πολύ σημαντικών διεθνών νομικών κειμένων που αφορούν τη ρητή, κατηγορηματική, απόλυτη και απαρέγκλιτη απαγόρευση των θεμελιώδους σημασίας αξιόποινων πράξεων των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Αναντίλεκτα, φρονούμε ότι δύο πάρα πολύ σημαντικές διατάξεις για την απαγόρευση των βασανιστηρίων σε διεθνές επίπεδο, είναι σαφέστατα εκείνη του άρθρου 5[18] της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και εκείνη του προαναφερθέντος άρθρου 7[19] του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Επιπλέον, φρονούμε ότι αναντίλεκτα σε κάθε περίπτωση πάρα πολύ σημαντική τόσο για τη λειτουργική καταπολέμηση, όσο βέβαια και για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του θεμελιώδους σημασίας εγκληματικού και κοινωνικού φαινομένου των βασανιστηρίων και των επονομαζόμενων ως «άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», είναι σαφέστατα η «Σύμβαση ενάντια στα Βασανιστήρια και άλλες μορφές Βάναυσης, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας»[20], την οποία κύρωσε επί της ουσίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, μεταξύ άλλων κρατών, και η Ελλάδα, με τον εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας Ν.1782/1988.

Περαιτέρω, αξίζει σε κάθε περίπτωση οπωσδήποτε να επισημανθεί ότι στις 9 Ιανουαρίου του κομβικής σημασίας έτους 2003, η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δημοσίευσε επί της ουσίας το επονομαζόμενο ως «Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση ενάντια στα Βασανιστήρια και άλλες μορφές Βάναυσης, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας», το οποίο υιοθετήθηκε με το θεμελιώδους σημασίας Ψήφισμα 57/199 της 18ης Δεκεμβρίου του έτους 2002, το οποίο μάλιστα κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας Ν.4228/2014[21].

17

Back to Top